ΑΤΖΕΝΤΑ

Οι Ρόλινγκ Στόουνς... πάλι στο Λονδίνο

ΚΩΣΤΗΣ ΚΟΡΝΕΤΗΣ*

Το ενδιαφέρον στη έκθεση των Ρόλινγκ Στόουνς, στη Σαάτσι Γκάλερι του Λονδίνου, είναι πως οι συγκεκριμένοι μουσικοί που αποθεώνονται βρίσκονται ακόμη εν ζωή.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στο εντυπωσιακό μουσείο της ροκ στο Σιατλ, που απαθανατίζει τις καλύτερες στιγμές του Τζίμι Χέντριξ και των Νιρβάνα, τα συναισθήματα του επισκέπτη εναλλάσσονται ανάμεσα στην άβολη κατανάλωση και στη συγκίνηση που προκαλεί η υπερσυσσώρευση εξαιρετικά γνώριμων μουσικών και εικόνων. Κι αυτό, γιατί η εμπορευματοποίηση των πεθαμένων σταρ είναι κάτι παραπάνω από εμφανής· δεν ξεχνάω τις εφηβικές κασέτες και κάτι άθλια χαρτάκια με τα κολλυβογράμματα του Κερτ Κομπέιν που παρουσιάζονταν ως εκθέματα τεράστιας σημασίας για την ιστορία της ροκ μουσικής. Το ενδιαφέρον όμως στη μεγάλη έκθεση της ιστορίας των Ρόλινγκ Στόουνς στη θρυλική Σαάτσι Γκάλερι του Λονδίνου, που έχει προβάλει μερικά από τα πιο αβάν γκαρντ και προκλητικά εκθέματα της σύγχρονης τέχνης, είναι πως οι συγκεκριμένοι μουσικοί που αποθεώνονται βρίσκονται ακόμη εν ζωή.

Εξίσου ενδιαφέρον είναι το γεγονός πως η επιδειξιομανία των Στόουνς και ο ναρκισσισμός τους συνεισφέρουν στον μη εξωραϊσμό των εκθεμάτων και της ιστορίας του συγκροτήματος. Η έκθεση δεν παρακολουθεί μόνο την ξέφρενη πορεία τους από τα καταγώγια του Λονδίνου προς την επιτυχία και τη συγκλονιστική μετουσίωση που επέφεραν στα νέγρικα μπλουζ και στο R&B που τόσο αγαπούσαν σε ροκ, αλλά και την απληστία και ενίοτε και τη σκληρότητα τους, που είναι ανάγλυφες σε διάφορα περισσότερο ή λιγότερο γνωστά επεισόδια της πορείας του συγκροτήματος: τον τραγικό θάνατο του ταλαντούχου αλλά απομονωμένου από τους υπόλοιπους Μπράιαν Τζόουνς, τις απανωτές συλλήψεις για ναρκωτικά, τη θρυλική συναυλία στο Αλταμοντ το 1970 που κατέληξε σε μαχαιρώματα θεατών από τους Hells Angels βάζοντας την ταφόπλακα στο ιδανικό του χιπισμού και της ειρηνικής αγάπης, τον κατάφωρο σεξισμό στίχων, όπως αυτών του «Some Girls», και άλλα.

Αντισυμβατική εικόνα

Η πανδαισία των εκθεμάτων, των συνεντεύξεων και των μουσικών αναπαράγει την εικόνα των «κακών παιδιών» της ροκ, με δική τους επιλογή. Ετσι λανσαρίστηκαν και έτσι έγιναν γνωστοί – ως αντισυμβατικοί αντι-Μπιτλς. Αυτό ακριβώς είχαν κάνει και όταν είχαν επιτρέψει στον σκηνοθέτη Ρόμπερτ Φρανκ να τους απαθανατίσει backstage και κατά τη διάρκεια περιοδείας, για τις ανάγκες του ντοκιμαντέρ «Cocksucker Blues» (1972), όπου προβάλλονται σοκαριστικά σχεδόν ιδιωτικά πλάνα του συγκροτήματος, με την κοκαΐνη να πηγαινοέρχεται ασύστολα, και τα όργια με τις γκρούπις να επισκιάζουν τις ιδιοφυείς μουσικές τους performance.

Οπως και εκεί έτσι κι εδώ, νιώθει κανείς τη ζωώδη σχεδόν ενέργεια των πρωταγωνιστών, τη μανιακή εξουσία που τους παρείχαν η φήμη και η δύναμη του χρήματος, χέρι χέρι με τον ηλεκτρισμό που μεταδίδει η μουσική τους. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που η αναδρομική αυτή έκθεση έχει τον εξαιρετικά επιτυχημένο τίτλο «Εxhibitionism», κοινώς επιδειξιομανία. 

Πέρα όμως από επίδειξη, η έκθεση ενέχει και την υποχρεωτική μουσειοποίηση. Ξεκινάει με δύο δωμάτια μισοκατεστραμμένου βικτωριανού σπιτιού στο Τσέλσι, όπου εισέρχεσαι και βρίσκεις διάσπαρτες γόπες και άδεια μπουκάλια μπίρας, άπλυτα πιάτα στον νεροχύτη, ξέστρωτα σκοροφαγωμένα στρώματα, ένα πικάπ με 45άρια χύμα δίπλα του και κάτι ξεραμένα κομμάτια πίτσας με μούχλα στο πάτωμα. Προς τι αυτός ο νατουραλισμός και η πιστή αναπαράσταση ενός νεανικού χαμόσπιτου; Μα φυσικά έτσι ώστε ο επισκέπτης να «νιώσει» στο πετσί του ακριβώς ό,τι βίωναν οι νεαροί Στόουνς στο σπίτι που είχαν πιάσει την πρώτη τους περίοδο. Η μουσειοποίηση αλλά και η εμπορευματοποίηση του εαυτού είναι μέρος του κόνσεπτ της έκθεσης, που πέρα από αναπαραστάσεις παρουσιάζει τη μεγαλύτερη συλλογή με μεμοραμπίλια του συγκροτήματος που έχει γίνει ποτέ. Ασύλληπτα αντικείμενα, όπως τα σημειωματάρια του Τζάγκερ από το 1962 όπου έγραφε πότε θα γίνει το επόμενο γκιγκ και τις εντυπώσεις του από τις πρώτες συναυλίες και συνεργασίες του, δίπλα σε διάσπαρτους αριθμούς τηλεφώνων, αναβιώνουν πραγματικά το τι σκέφτονταν οι πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας τη στιγμή που τη ζούσαν.

Ο κόσμος των συναυλιών παρουσιάζεται κι αυτός με απόλυτη λεπτομέρεια μέσα από σαράντα οθόνες και τρισδιάστατες αναβιώσεις, αλλά και αναρίθμητες φωτογραφίες, από μεγάλους φωτογράφους, όπως η Ανι Λέιμποβιτς και ο Ντέιβιντ Μπέιλι. Το ίδιο και τα θρυλικά στούντιο, Olympic Sound και Pathé Marconi, με πιστές αναπαραστάσεις των χώρων όπου ηχογραφούσε το συγκρότημα, όπου μπορεί κανείς να παρατηρήσει τις αυθεντικές κονσόλες, τα ακουστικά και τα ηχεία. 

Πέρα από τις αναμενόμενες Les Paul κιθάρες του Ρίτσαρντς και τα Ludwig ντραμς του Τσάρλι Γουότς που παρελαύνουν σε όλο τους το μεγαλείο, από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της έκθεσης είναι η διεξοδική ανάλυση των κόνσεπτ των εξωφύλλων, όπως το άκρως προκλητικό την εποχή εκείνη «Sticky Fingers», καθώς και ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός των φαραωνικού τύπου συναυλιακών σκηνών τους. Ισως το πιο εντυπωσιακό κομμάτι όμως είναι οι ενδυμασίες των Τζάγκερ και Ρίτσαρντς: οι μπέρτες, τα κολάν, οι καμπαρντίνες, τα ημίψηλα, όλα παραταγμένα στη σειρά, με κάποιο ανέκδοτο σχετικά με την αγορά τους (όπως το περίφημο μπλουζάκι με το μονόγραμμα «Ω» που φορούσε σχεδόν μανιακά μια εποχή ο Τζάγκερ). Σχεδόν χειροπιαστά, απόλυτα σωματικά εκθέματα, τα οποία λειτουργούν ως οχήματα μνήμης και φαντασίας και σε ταξιδεύουν στον χρονότοπο των συναυλιών. Eίσαι και εσύ εκεί, τρόπον τινά, μέσα στο παλλόμενο πλήθος, μέσα από μια έκθεση που φιλοδοξεί να είναι πάνω απ’ όλα πολυαισθητηριακή. 

Αλμυρό αντίτιμο

Το ενδιαφέρον είναι πως δεν μπορείς να επισκεφθείς τα υπόλοιπα εκθέματα της Σαάτσι Γκάλερι αν δεν δεις πρώτα την έκθεση των ιερών τεράτων της ροκ, πληρώνοντας βεβαίως ένα εξαιρετικά αλμυρό αντίτιμο. Το δε μαγαζάκι με τα μεμοραμπίλια, τους δίσκους, τα μπλουζάκια και τα βιβλία του συγκροτήματος είναι η υποχρεωτική αρχή αλλά και το τέλος της έκθεσης. Είναι παραπάνω από σαφές, λοιπόν, πως πέρα από μια πιστή αναπαράσταση της πορείας των Στόουνς, όλο αυτό είναι μια επικερδέστατη επιχείρηση. Ισως όμως παραείναι κλισέ το γεγονός πως οι νεαροί ρέμπελοι που αμφισβήτησαν δυναμικά τα στεγανά του χώρου της τέχνης, καταλήγοντας να μπαίνουν με τα μπούνια στη σόου μπίζνες και να γίνονται ζάπλουτοι, αδιαφορούν πλέον για τον ριζοσπαστισμό της νιότης τους. Ας είναι.

Ακόμα και αυτή την τοτεμοποίησή τους, κοινώς τον έλεγχο και το προμοτάρισμα της μετα-εικόνας τους, οι Στόουνς την κάνουν, όπως πάντα, πολύ επαγγελματικά – πακετάροντας και πουλώντας την έξυπνα.

Aλλωστε είναι πλέον πενήντα ετών και βάλε συγκρότημα, πράγμα ασύλληπτο γενικά, αλλά και ειδικά, δεδομένων των καταχρήσεών τους και του ότι κανείς τους δεν πίστευε πως θα ζούσε μετά τα σαράντα. Πέρα από τις αντιφάσεις της, αυτή η έκθεση κατάφερε να ταράξει για λίγο τα λιμνάζοντα νερά του Λονδίνου του Brexit, θυμίζοντας πως αυτοί οι αντισυμβατικοί Bρετανοί σούπερ σταρ μπορούν ακόμα να εξάγουν πολιτισμό παρά τον γενικό πολιτικό ζόφο· και αυτό από μόνο του είναι αρκετό.

*Ο κ. Κωστής Κορνέτης είναι ερευνητής στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος UC3M CONEX-Marie Curie, στο Πανεπιστήμιο Κάρλος ΙΙΙ της Μαδρίτης. Το βιβλίο του «Τα παιδιά της δικτατορίας» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ