ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΧΑΤΖΗΣ*

Παράλογο και ανήθικο

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ε​​άν αποφασίσουμε να καταγράψουμε όλους τους περιορισμούς που θέτει ο νόμος στη διαχείριση του σώματός μας, θα καταλήξουμε σύντομα σε ένα ζοφερό συμπέρασμα: το ίδιο μας το σώμα δεν μας ανήκει.

Εννοώ ότι δεν μας ανήκει εξ ολοκλήρου, όπως ίσως νομίζουμε, αλλά έχουμε ένα είδος συγκυριότητας με την κοινωνία. Διότι αν κάτι που θέλουμε να κάνουμε με το σώμα μας δεν αρέσει στην κοινωνία, αυτή έχει τρόπους να μας το απαγορεύσει. Ενας από αυτούς τους τρόπους είναι και ο νόμος, που σε μια δημοκρατία εκφράζει την κυρίαρχη λαϊκή θέληση, άρα μεταξύ των άλλων και την κυρίαρχη κοινωνική ηθική. Δεν χρειάζεται να χρησιμοποιήσουμε άλλο παράδειγμα πέραν της απαγόρευσης της ευθανασίας. Οταν δεν μπορείς να επιλέξεις ούτε καν τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο του θανάτου σου, πόσο ελεύθερος είσαι άραγε;

Το ευρύτερο ζήτημα της ευθανασίας είναι ιδιαίτερα περίπλοκο και θέτει πολλά ερωτήματα που δεν έχουν εύκολη απάντηση. Δεν είναι, για παράδειγμα, καθόλου εύκολο να αποφασίσουμε πότε θα πρέπει οι συγγενείς ενός ασθενούς σε κώμα να διακόπτουν τη ζωή του. Δεν θα ασχοληθώ όμως εδώ με το θέμα της ευθανασίας γενικά αλλά με κάτι πολύ πιο απλό. Το ζήτημα που προέκυψε με την αυτοκτονία του δημοσιογράφου Αλέξανδρου Βέλιου. Το θεωρώ απλό γιατί ο Βέλιος εξέφρασε την επιθυμία να πεθάνει με αξιοπρέπεια και με τους δικούς του όρους. Δεν βρισκόταν σε κώμα, διατηρούσε ακέραιες τις γνωστικές του λειτουργίες, είχε χρόνο για να το αποφασίσει και να αναλογιστεί τις συνέπειες, και επιπλέον ήταν ένας ώριμος πνευματικά άνθρωπος που είχε στοχαστεί σε βάθος για τον θάνατο, ειδικά με αφορμή την ασθένειά του. Και όμως, αυτός ο άνθρωπος δεν μπόρεσε να επιλέξει τον τρόπο που θα φύγει. Ενας δηλητηριώδης συνδυασμός νομικού θετικισμού, νομικού πατερναλισμού και νομικού ηθικισμού τον υποχρέωσε να πεθάνει με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που επιθυμούσε και προγραμμάτιζε. Δεν μπόρεσε να έχει δίπλα του τον γιατρό που επέλεξε για να τον βοηθήσει, διότι ο νόμος δεν επιτρέπει την υποβοήθηση στην ευθανασία. Για σκεφτείτε το λίγο. Ο νομοθέτης «επιτρέπει» βέβαια την αυτοκτονία γιατί δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Αλλά δεν επιτρέπει σε κανέναν να σε βοηθήσει να τελειώσεις τη ζωή σου αξιοπρεπώς, όσο γίνεται πιο ανώδυνα, σωματικά και ψυχικά. Η απαγόρευση αυτή είναι ταυτόχρονα παράλογη και ανήθικη.

Είναι παράλογη γιατί όλες οι πρακτικές αντιρρήσεις μπορούν να απαντηθούν με ευκολία. Για παράδειγμα, η υποβοηθούμενη ευθανασία μπορεί να επιτραπεί και να ρυθμιστεί με τρόπο που να εξασφαλίζει πλήρως τα δικαιώματα του ασθενούς. Μπορεί δηλαδή ο νόμος να εισάγει μια διαδικασία (δικαστική ή διοικητική) που όχι μόνο να προστατεύει τα δικαιώματα αλλά και να παρέχει την απαραίτητη ψυχολογική στήριξη στα άτομα που επιθυμούν να θέσουν τέρμα στη ζωή τους για τόσο σοβαρούς λόγους, όσο μια ανίατη ασθένεια. Προφανώς η υποβοήθηση θα είναι ιατρική και οι αρμόδιες επιτροπές δεν θα αποτελούνται αποκλειστικά από νομικούς.

Οπως τόνισα πιο πάνω η περίπτωση του Βέλιου ήταν απλή. Μόνο παράλογη μπορεί να χαρακτηριστεί η περιπέτεια που τον υποχρεώσαμε να υποστεί. Ομως, επιπλέον, η απειλή τιμωρίας για τον γιατρό που θα τον βοηθούσε είναι και ανήθικη. Είναι ανήθικη γιατί προσβάλλει βάναυσα την προσωπική αυτονομία του ασθενούς καθώς του επιβάλλει, όπως στον Βέλιο, μια ηθική (τη θρησκευτική ηθική, που θεωρεί την αυτοκτονία και την ευθανασία αμάρτημα) την οποία ο ίδιος δεν δεχόταν. Γιατί κακά τα ψέματα, αυτός είναι ο πραγματικός λόγος για τον οποίον η ιατρικώς υποβοηθούμενη αυτοκτονία απαγορεύεται σχεδόν σε ολόκληρο τον κόσμο (με ελάχιστες εξαιρέσεις, Βέλγιο, Καναδάς, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, ορισμένες Πολιτείες των ΗΠΑ), όταν έχουν δοθεί επαρκείς πρακτικές απαντήσεις για κάθε ενδοιασμό. Ακόμα και σε χώρες που η εκκλησία δεν είναι τόσο ισχυρή όσο στην Ελλάδα, η απαγόρευση οφείλεται σε βαθιά εδραιωμένες αντιλήψεις κοινωνικής ηθικής που δύσκολα αλλάζουν. Και που δυστυχώς οδηγούν ενστικτωδώς τις κοινωνίες αλλά και τους νομοθέτες να απαγορεύουν οτιδήποτε δεν κατανοούν ή δεν συμμερίζονται.

Δεν είναι τυχαίο ότι για πρώτη και μοναδική φορά το 1997, πέντε από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του 20ού αιώνα (Ronald Dworkin, Thomas Nagel, Robert Nozick, John Rawls και Judith Jarvis Thomson) ζήτησαν με παρέμβασή τους στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ να επιτρέψει την υποβοηθούμενη ευθανασία, διακηρύσσοντας ταυτόχρονα ότι ένας πολίτης πρέπει να έχει το δικαίωμα «να ζήσει και να πεθάνει υπό το φως των δικών του θρησκευτικών και ηθικών αντιλήψεων, των δικών του πεποιθήσεων για την αξία της δικής του ζωής».

Ο Αλέξανδρος Βέλιος δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τη ζωή του όσο ελεύθερα του άξιζε. Κατάφερε όμως κάτι πιο σημαντικό: να μας δείξει ότι το προσωπικό του αίτημα ήταν αίτημα ελευθερίας, προσωπικής αυτονομίας, ηθικής και δικαιοσύνης.

*Ο κ. Αριστείδης Χατζής είναι αναπληρωτής καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου & Θεωρίας Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ