ΚΟΣΜΟΣ

Το ψήφισμα του Κόλπου Τονκίν

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ*

Επίλεκτες αμερικανικές δυνάμεις πεζοναυτών αποβιβάζονται στις ακτές του Νότιου Βιετνάμ. Μετά τον Αύγουστο του 1964 ο πρόεδρος Τζόνσον χρησιμοποίησε το ψήφισμα του κόλπου Τονκίν ως συνταγματική κάλυψη για τη στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ στο Βιετνάμ, χωρίς νέα τοποθέτηση του Κογκρέσου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Στις αρχές Αυγούστου 1964 ο πρόεδρος των ΗΠΑ Λίντον Τζόνσον εξασφάλισε από το Κογκρέσο το ψήφισμα του κόλπου Τονκίν, που τον εξουσιοδοτούσε να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων έναντι επιθέσεων από τις στρατιωτικές δυνάμεις του Βόρειου Βιετνάμ. Ωστόσο υπήρξαν αμφιβολίες για το ένα από τα δύο επεισόδια στον κόλπο Τονκίν, που αποτέλεσαν την αφορμή για το ψήφισμα. Οταν διέρρευσαν τα απόρρητα έγγραφα του Πενταγώνου για το Βιετνάμ το 1971 και αποκαλύφθηκαν οι αμφιβολίες αυτές, επικριτές του Τζόνσον τον κατήγγειλαν για εξαπάτηση του Κογκρέσου και του αμερικανικού λαού. Η αντίληψη ωστόσο ότι ο Τζόνσον ενέπλεξε τις ΗΠΑ στον πόλεμο του Βιετνάμ με βάση μια εξαπάτηση είναι υπερβολικά απλουστευτική.

Ο εγκλωβισμός του Λίντον Τζόνσον

Οταν ο Τζόνσον ανέλαβε την προεδρία των ΗΠΑ στις 22 Νοεμβρίου 1963, η κυβέρνηση Κένεντι είχε ήδη δεσμεύσει τις ΗΠΑ να υποστηρίξουν το Νότιο Βιετνάμ έναντι των προσπαθειών του κομμουνιστικού Βόρειου Βιετνάμ να επανενώσει τη χώρα με βίαια μέσα. Είχε ήδη αποστείλει 16.000 Αμερικανούς ως συμβούλους, που εκπαίδευαν τις δυνάμεις του Νότιου Βιετνάμ – αρκετοί μάλιστα με πείρα από τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο. Η εκτενής δημοσιότητα της έμμεσης εμπλοκής των ΗΠΑ στον πόλεμο του Βιετνάμ καθιστούσε μια υποχώρησή τους πολιτικά δύσκολη.

Στην αρχή της προεδρίας του ο Τζόνσον αισθανόταν εγκλωβισμένος σε μια άσχημη κατάσταση. Από τη μία πλευρά η κατάσταση στο Νότιο Βιετνάμ χειροτέρευε ραγδαία. Μετά την πραξικοπηματική ανατροπή και δολοφονία του προέδρου Ντιεμ του Νότιου Βιετνάμ την 1η Νοεμβρίου 1963 –εν γνώσει της κυβέρνησης Κένεντι– ακολούθησε σειρά πραξικοπημάτων και συνεπακόλουθη κυβερνητική αστάθεια, κατά την οποία λιποτακτούσε περίπου το ένα τρίτο των οπλιτών του στρατού του Νότιου Βιετνάμ κάθε χρόνο. Εν τω μεταξύ το Βόρειο Βιετνάμ κλιμάκωνε την αποστολή πολεμοφοδίων και πολεμιστών προς τον Νότο ενισχύοντας το αντάρτικο των Βιετκόγκ. Οι ΗΠΑ βρίσκονταν δεσμευμένες να υπερασπίσουν έναν σύμμαχο, που αποδεικνυόταν στοιχειωδώς ανίκανος να υπερασπίσει τον εαυτό του.

Από την άλλη πλευρά ο Τζόνσον φοβόταν ότι αν οι ΗΠΑ αποσύρονταν και οι κομμουνιστές θριάμβευαν στο Νότιο Βιετνάμ, θα δεχόταν μεγάλο πλήγμα η διεθνής αξιοπιστία των ΗΠΑ και θα φούντωνε ξανά ο Μακαρθισμός στο εσωτερικό της χώρας. Το 1964 ήταν έτος προεδρικών εκλογών και ηγετικοί Ρεπουμπλικανοί επετίθεντο ενάντια στην πολιτική του Δημοκρατικού Τζόνσον στο Βιετνάμ, χαρακτηρίζοντάς την αναποτελεσματική και αδύναμη.

Η αίσθηση εγκλωβισμού του Τζόνσον φαίνεται από τις τηλεφωνικές συνομιλίες του το 1964 με τον γερουσιαστή Ρίτσαρντ Ράσελ, πρόεδρο της Επιτροπής Αμυντικών Υποθέσεων της Γερουσίας και παλιό μέντορα του Τζόνσον. (Ο Τζόνσον μαγνητοφωνούσε τις τηλεφωνικές συνομιλίες του, στο περιεχόμενο των οποίων έχουν πρόσβαση οι ερευνητές εδώ και δεκαετίες.) Οι δύο οξυδερκείς πολιτικοί έβλεπαν ξεκάθαρα την παγίδα του Βιετνάμ. Τον Ιούνιο του 1964, για παράδειγμα, ο Τζόνσον είπε στον Ράσελ: «Δεν πιστεύω ότι ο αμερικανικός λαός θέλει να το βάλω στα πόδια. [...] Από την άλλη πλευρά δεν θέλω να μπούμε σε πόλεμο. Και είμαι σε άσχημη κατάσταση. [...] Δεν μπορεί κανείς να καθαρίσει εκεί». Ο Ράσελ απάντησε προφητικά: «Θα χρειαζόταν μισό εκατομμύριο οπλίτες. Θα έμπλεκαν εκεί για δέκα χρόνια». Στη συνέχεια είπε στον πρόεδρο: «Δεν ξέρω τι στο διάολο πρέπει να κάνουμε. Ποτέ δεν ήθελα να μπλέξουμε εκεί πέρα. Διαφωνώ με αυτούς τους σπουδαίους συμβούλους, που λένε ότι αυτό το πράγμα έχει κάποια τρομερή στρατηγική και οικονομική αξία και ότι θα χάσουμε τα πάντα στη Νοτιοανατολική Ασία, αν χάσουμε το Βιετνάμ. Αλλά ως πρακτικό ζήτημα είμαστε μέσα και δεν ξέρω πώς στο διάολο μπορείς να πεις στον αμερικανικό λαό ότι βγαίνεις. Θα νομίζουν ότι σε τσάκισαν, ότι καταστράφηκες, ότι φοβάσαι».

Η επίθεση κατά του πλοίου USS Maddox

Εχοντας παγιδευτεί στο Βιετνάμ από τις επιλογές του Κένεντι, στις αρχές του 1964 ο Τζόνσον αποφάσισε μέχρι τις εκλογές του Νοεμβρίου να ακολουθήσει τη μεσαία οδό, δηλαδή ούτε να αποσυρθεί ούτε να εμπλακεί στρατιωτικά, ελπίζοντας να αποσοβήσει τυχόν κατάρρευση του Νότιου Βιετνάμ στους ενδιάμεσους μήνες με την αποστολή βοήθειας και περισσότερων συμβούλων. Η ώρα των μεγάλων αποφάσεων αναβλήθηκε για το 1965. Τον Ιούνιο 1964 ο Τζόνσον απέρριψε την πρόταση συμβούλου του να ζητήσει ψήφισμα από το Κογκρέσο, καθώς δεν ήθελε να δώσει επιπλέον δημοσιότητα στο Βιετνάμ. Η ελπίδα του ήταν ο αμερικανικός λαός να εστιάσει σε άλλα ζητήματα πιο ευνοϊκά για τον ίδιο.

Στις 2 Αυγούστου βορειοβιετναμικές ναυτικές δυνάμεις επιτέθηκαν εναντίον του αμερικανικού πλοίου ηλεκτρονικής κατασκοπείας USS Maddox ανοικτά στον κόλπο Τονκίν έξω από τα χωρικά ύδατα του Βόρειου Βιετνάμ. Στη συμπλοκή βυθίσθηκαν δύο βορειοβιετναμικά σκάφη, ενώ το Maddox είχε μόνο μια τρύπα από πολυβόλο και όχι απώλειες. Η επίθεση συνέπεσε με ταυτόχρονες μυστικές ναυτικές επιδρομές του Νότιου Βιετνάμ ενάντια σε παράλιους βόρειους στόχους, γεγονός που αρχικά οδήγησε την αμερικανική ηγεσία στην εικασία ότι το Βόρειο Βιετνάμ είχε κατά λάθος θεωρήσει το αμερικανικό πλοίο μέρος των επιδρομών αυτών. Δύο ημέρες αργότερα ωστόσο η αμερικανική ναυτική διοίκηση ανέφερε νέα νυκτερινή επίθεση κατά δύο αμερικανικών πλοίων ηλεκτρονικής κατασκοπείας στον κόλπο Τονκίν. Στη συνέχεια προέκυψαν αμφιβολίες για το αν η δεύτερη επίθεση είχε όντως συμβεί (εχθρικά πλοία δεν εθεάθησαν και τα ραντάρ ενδέχεται να «έδειξαν» ανύπαρκτες εχθρικές μονάδες επιφανείας λόγω κακοκαιρίας).

Οι αμερικανικές υποκλοπές των επικοινωνιών των ναυτικών μονάδων του Βόρειου Βιετνάμ έδειχναν πάντως ότι οι βόρειες δυνάμεις είχαν εντολές να επιτεθούν σε αμερικανικά πλοία ηλεκτρονικής κατασκοπείας ακόμα και δεκάδες μίλια από τη βόρεια ακτογραμμή. Η αμερικανική στρατιωτική ηγεσία δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί το Βόρειο Βιετνάμ αποφάσισε να αναμετρηθεί με τις ΗΠΑ στη θάλασσα, όπου το αμερικανικό πλεονέκτημα ήταν συντριπτικό. Προφανώς το Βόρειο Βιετνάμ ήθελε να επικοινωνήσει την αποφασιστικότητά του να αμφισβητήσει την εχθρική προς το ίδιο παρουσία των αμερικανικών δυνάμεων σε οποιονδήποτε χώρο χωρίς να υπολογίζει το κόστος.

Για να αποτρέψει άλλες επιθέσεις του Βόρειου Βιετνάμ ενάντια στα αμερικανικά πλοία ηλεκτρονικής κατασκοπείας στα διεθνή ύδατα, ο Τζόνσον αποφάσισε να προβεί σε αντίποινα. Στις 5 Αυγούστου πραγματοποιήθηκε αμερικανικός βομβαρδισμός των ναυστάθμων του Βόρειου Βιετνάμ, τον οποίο ανήγγειλε ο Τζόνσον στον αμερικανικό λαό με τηλεοπτικό διάγγελμα κατά τη διάρκεια της επιχείρησης. Ο χρονισμός ήταν προσεκτικός. Αν το διάγγελμα είχε γίνει νωρίτερα, θα προειδοποιούσε το Βόρειο Βιετνάμ για την επικείμενη επίθεση. Αν είχε γίνει αργότερα, θα έδινε ενδεχομένως την ευκαιρία στο Βόρειο Βιετνάμ να παρουσιάσει πρώτο την αμερικανική επίθεση στη διεθνή κοινή γνώμη με τρόπο ευνοϊκό για το ίδιο.

Η απόφαση για την αποστολή χερσαίων δυνάμεων

Εχοντας δώσει μεγάλη δημοσιότητα στο ζήτημα του Βιετνάμ, ο Τζόνσον άδραξε την ευκαιρία να ζητήσει ψήφισμα από το Κογκρέσο. Η ανταπόκριση ήταν σχεδόν ομόφωνη. Ολοι οι βουλευτές και όλοι εκτός από δύο γερουσιαστές υπερψήφισαν το ψήφισμα του κόλπου Τονκίν, που εξουσιοδοτούσε τον πρόεδρο να αποκρούσει μελλοντικές επιθέσεις κατά των ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ και να στηρίξει τις προσπάθειες των μελών του SΕΑΤΟ να υπερασπίσουν την ελευθερία τους. Τα άμεσα αμερικανικά αντίποινα περιορίσθηκαν μεν στους σύντομους αεροπορικούς βομβαρδισμούς των ναυτικών εγκαταστάσεων του Βόρειου Βιετνάμ. Το 1965 ωστόσο ο Τζόνσον χρησιμοποίησε το ψήφισμα ως συνταγματική κάλυψη για τη στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ στο Βιετνάμ χωρίς νέα τοποθέτηση του Κογκρέσου. Καθώς είχε αποκρύψει το γεγονός ότι οι επιθέσεις κατά των αμερικανικών πλοίων ηλεκτρονικής κατασκοπείας είχαν συμπέσει με τις μυστικές ναυτικές επιδρομές των δυνάμεων του Νότιου Βιετνάμ και ότι υπήρχαν αμφιβολίες για τη δεύτερη επίθεση, είχε σε κάποιο βαθμό παραπλανήσει το Κογκρέσο και την αμερικανική κοινή γνώμη. Δεν ισχύει πάντως ότι εκ των προτέρων έψαχνε για ευκαιρία, ώστε να περάσει ψήφισμα στο Κογκρέσο. Η προδιάθεσή του ήταν, η αμερικανική κοινή γνώμη να ασχοληθεί με το Βιετνάμ όσο το δυνατόν λιγότερο έως τις προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου 1964.

*Ο κ. Χαράλαμπος Παπασωτηρίου είναι καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, πρόεδρος του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ