ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ασφαλιστικά ταμεία-θύματα αρνητικών επιτοκίων

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Παράπλευρη απώλεια του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ έχουν υποστεί πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις με μεγάλες συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις. Αγοράζοντας κάθε μήνα ομόλογα 80 δισ. ευρώ για να τονώσει την οικονομία της Ευρωζώνης, η ΕΚΤ έχει οδηγήσει σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα τις αποδόσεις των ομολόγων, με αποτέλεσμα να μην μπορούν οι επιχειρήσεις να αντλήσουν κέρδη από τις επενδύσεις των συνταξιοδοτικών τους ταμείων. Δυσκολεύονται έτσι να χρηματοδοτήσουν τα συνταξιοδοτικά τους προγράμματα και να ανταποκριθούν στις συνταξιοδοτικές τους υποχρεώσεις, να χορηγήσουν μερίσματα ή να προχωρήσουν σε άλλες δαπάνες.

Εν τω μεταξύ, οι επενδυτές έχουν αντιληφθεί τι συμβαίνει και πωλούν τις μετοχές όσων εταιρειών αντιμετωπίζουν μεγάλες συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις. «Το πρόβλημα είναι τεράστιο», σχολιάζει ο Αλεξάντερ Αλτμαν, διευθυντής της μονάδας τίτλων της Citigroup, που επισημαίνει ότι για την κάλυψη των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεών τους οι εταιρείες θα δαπανήσουν κεφάλαιά τους, με αποτέλεσμα να αναβληθούν ή και να ματαιωθούν κεφαλαιακές δαπάνες και να μη δοθούν μερίσματα στους μετόχους. Καθώς συνεχίζεται το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ, οι επιχειρήσεις πρέπει να προβλέπουν μεγαλύτερα ποσά για να χορηγήσουν συντάξεις στο προσωπικό τους.

Μεταξύ των επιχειρήσεων που έχουν πληγεί συγκαταλέγεται η Deutsche Lufthansa AG, που υπογράμμισε την ανάγκη να περιορίσει τις συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις της. Ο δείκτης ευρωπαϊκών επιχειρήσεων του ομίλου Citigroup παρακολουθεί 13 μετοχές των επιχειρήσεων με τις μεγαλύτερες συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις.

Εγκαινιάστηκε το 2014 και, όπως τονίζει ο Αλεξάντερ Αλτμαν, οι εταιρείες-μέλη του είχαν μεγαλύτερη απόδοση από τον δείκτη Stoxx 600 το 2013, όταν είχαν αυξηθεί οι αποδόσεις των ομολόγων. Το 2015, αντιθέτως, όταν ο Μάριο Ντράγκι άρχισε να αγοράζει ομόλογα, ο δείκτης υποχώρησε κατά 11%.

Το πρόβλημα είναι οξύτερο για τις επιχειρήσεις χωρών όπως η Γερμανία, καθώς οι αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων του γερμανικού δημοσίου διολίσθησαν φέτος σε αρνητικό έδαφος. Εκτός από τη Lufthansa, η EON SE ανέφερε αύξηση των προβλέψεών της για την κάλυψη συντάξεων, και τον Αύγουστο ο γενικός διευθυντής της επέκρινε την πολιτική της ΕΚΤ. Είχε προηγηθεί τον Ιούλιο ανακοίνωση της Commerzbank, που ανέφερε μείωση της κεφαλαιακής της επάρκειας, την οποία απέδωσε, μεταξύ άλλων, και στην αύξηση των συνταξιοδοτικών της υποχρεώσεων. Οι μετοχές της έχουν υποχωρήσει πάνω από 12% στη διάρκεια του έτους.

Η Γερμανία είναι, άλλωστε, μία από τις ευρωπαϊκές χώρες με τις μεγαλύτερες συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις. Αυτό επισημαίνει ο Νόρμαν Ντρέγκερ, επικεφαλής της Mercer στην Κεντρική Ευρώπη. Στοιχεία της εν λόγω συμβουλευτικής εταιρείας καταδεικνύουν πως στα τέλη του έτους η αναλογία ανάμεσα στα κεφάλαια και στις συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις των εταιρειών του δείκτη DAX θα βρίσκεται στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων τουλάχιστον 10 ετών.

Οπως τονίζει ο Νόρμαν Ντρέγκερ, επηρεάζεται αρνητικά η εικόνα που έχουν αναλυτές και οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης για την εκάστοτε εταιρεία, επιβαρύνοντας «το κόστος δανεισμού της, τη χρηματιστηριακή της αξία και την πορεία της μετοχής της».

Σε ό,τι αφορά τη Βρετανία, της οποίας τα συνταξιοδοτικά ταμεία έχουν τα περισσότερα περιουσιακά στοιχεία σύμφωνα με τη Mercer, το πρόβλημα έχει επηρεάσει τις τιμές των μετοχών όσων εταιρειών έχουν μεγάλα συνταξιοδοτικά προγράμματα, όπως η ΒΤ Group και η Tesco. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της εταιρείας πλαστικών Carclo Plc, η οποία ανακοίνωσε ότι μάλλον δεν θα μπορέσει να πληρώσει το μέρισμα που είχε προγραμματίσει για τον επόμενο μήνα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ