ΒΙΒΛΙΟ

Συγκρούσεις των αξιών και η ηθική του τέλους

Θ.Π. ΤΑΣΙΟΣ

Ο Αλέξανδρος Βέλιος κατά την παρουσίαση του τελευταίου του βιβλίου «Εγώ κι ο θάνατός μου», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ροές.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΕΛΙΟΣ
Εγώ κι ο θάνατός μου
εκδ. Ροές

Ο συμπολίτης μας Αλέξανδρος Βέλιος, με πέντε καρκίνους πάνω στο κορμί του, έφυγε πρόσφατα. Τους τελευταίους μήνες όμως πριν πεθάνει, αντί να λουφάξει στη φωλιά του, είχε ξανοιχθεί στον κόσμο – κι ο κόσμος τού το χρωστάει. Το κύριο χαρακτηριστικό αυτής της απίστευτης εξωστρέφειας ήταν το χαμόγελο – από τι μέσα το αντλούσε; Το δεύτερο ήταν που συνέγραψε ένα μικρό βιβλίο «Εγώ κι ο θάνατός μου». Και λέει: «Η αντίστροφη μέτρηση έχει ξεκινήσει […], κι ένα αίσθημα οργισμένης αδικίας σε διακατέχει – το αίσθημα της νοσταλγίας απειλεί να σε καταβροχθίσει, και δοκιμάζεις ανθεκτικές χειρολαβές για να μη βουλιάξεις».

Ωστόσο, ετούτος ο συμπολίτης μας ήταν από άλλο κράμα: «Το φως του ήλιου με θέλγει το ίδιο» – ενώ ο Καζαντζάκης (υπό ανάλογες συνθήκες) είχε πει «το φως λιγοστεύει».

Είχαν, λοιπόν, οργανώσει οι πάμπολλοι φίλοι του μια δημόσια παρουσίαση του βιβλίου. Κι έγινε εκείνο το βράδυ μια παράδοξη «μετάγγιση ζωής» απ’ τον έτοιμο για θάνατο Αλέξανδρο σ’ εμάς τους περιλειπόμενους:

Χίλιοι άνθρωποι σιωπηροί και δακρύοντες συμμετείχαμε σε «μίμησιν πράξεως σπουδαίας και τελείας δι’ ελέου»· Μπήκαμε δηλαδή στη θέση του πάσχοντος – κι αυτήν την αθέλητη τραγική διεργασία την ένιωσαν όλοι, όπως ένιωσαν και την απελευθερωτική της σημασία. Και καθώς ο ριζιμιός φόβος τού θανάτου είναι βίωμα (και μόνον με βίωμα κατασιγάζεται), ο Αλέξανδρος μας ζέστανε με το δικό του βίωμα.

Στο κάτω κάτω, καθώς ουδείς ποτέ τον θάνατον εώρακεν, πού βρεθήκαν όλα τα στερεότυπα προσωπεία του που μας εκφοβίζουν; Αν ο δυτικός πολιτισμός δεν ήταν τόσο «αλεξίμορος», θα είχαμε ίσως κληρονομήσει χαμογελαστά προσωπεία του θανάτου – όπως στην Ανατολή. Κι εξάλλου, όσο πλησιάζει η Στιγμή, τόσο το μόνο πρόσωπο που βλέπω απέναντι θα είναι το Εγώ μου – «λάμνει ο Οδυσσέας, ήσυχα καθίζει ο Θάνατος στην πλώρα – κι είναι απαράλλαχτος ο Οδυσσέας» (Καζαντζάκης). Το ζήτημα είναι πώς θα νιώσεις τελικά μπροστά σ’ αυτό το υποστασιακό Εσωπτρο – κατάρρευση ή υπέρβαση;

Κι απ’ ό,τι φαίνεται – ο θάνατος δεν μοιάζει να κρατάει τάχα «δρεπάνι»: (i) Πολλά κύτταρά μου ζούνε ήδη στα παιδιά μου. (ii) Κι αν είμαι δωρητής οργάνων, η καρδιά μου θα συνεχίσει να πάλλεται και χωρίς «εμένα». (iii) Η Ενέργεια των δράσεών μου θα διατηρηθεί στα έργα μου πάνω στον άβιο και τον έμβιο Κόσμο. Πού το βλέπετε λοιπόν το «δρεπάνι»! Μήπως όμως διαμαρτύρεσαι διότι τα Υλικά που δανείσθηκες απ’ το περιβάλλον για να δομηθείς (με την αναπνοή και με τη διατροφή) πρέπει κάποτε να τα επιστρέψεις στο περιβάλλον; Ελεος – τα χρωστάμε· πώς δηλαδή μας πέρασε η ιδέα πως θα τα «ιδιοποιηθούμε» αιωνίως; Τσίπα δεν έχομε που θα μυρμήγκιαζε ο τόπος και θα σκότωνε ο ένας τον άλλο, αν ο Θεός δεν μας «διέλυεν φιλανθρώπως, ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται» (Ευχή εις ψυχορραγούντα).

Ελάτε λοιπόν να ομολογήσομε ότι άλλο είναι μάλλον αυτό που μας ενοχλεί: Θα χάσομε το Εγώ «μας». Καλά, αλλά τότε γιατί δεν διαμαρτύρεσθε που δεν το είχατε ούτε και πριν να γεννηθείτε! Ούτε καν όταν το χάνετε στον ύπνο σας. Ούτε όταν όσοι βγαίνουν από εξάμηνη απόλυτη απομόνωση σε φυλακές αισχρών δικτατόρων έχουν υποστεί τη γνωστή αποδόμηση του Εγώ τους. Πόθεν λοιπόν αυτή η κτητορική εμμονή «εγώ θα είμαι αθάνατος» – έστω κι αν, όση ώρα μιλάμε, μάθαμε πως μια μαύρη τρύπα (δυο εκατομμύρια έτη φωτός πριν) είχε καταπιεί ένα ηλιακό σύστημα: Η αλαζονεία του σκώληκος, μπροστά στη γιγαντιαία

Ετερομορφοθηρική κατα-Στροφή των πάντων μέσα στα Σύμπαντα…

Πολλοί λοιπόν υποστηρίζουν ότι συνιστά πράξη στοιχειώδους συμπαντικής Σεμνότητας ν’ αποδεχθούμε τη «χάλασιν» της Αυτοσυνειδησιακότητας που τόσο όμορφα μας υπηρέτησε – και δεν θα λογοκρίνομε εμείς τον Θεό για το πώς δημιούργησε και πώς όρισε να λειτουργεί ο Κόσμος. Και δεν είμαι αλαζονικά αχάριστος (δος μοι, δος μοι), αλλά νιώθω ευγνωμοσύνη γι’ αυτό που μου δόθηκε – και το νιώθω με ευλάβεια να βαθαίνει στο ήδιστον Παρόν, ακριβώς λόγω του θανάτου («η στιγμή παίρνει ένταση αιωνιότητας», που λέει κι ο Καζαντζάκης): «Η ανάσα του θανάτου […] προσφέρει την ευκαιρία να ολοκληρωθώ – γι’ αυτό προσπαθώ να ζω συνειδητά στο παρόν», καταθέτει ο Αλέξανδρος. Το ίδιο κι ο Σταγειρίτης «καν δέη υπεραποθνήσκειν, […] ολίγον γαρ χρόνον ησθήναι σφόδρα μάλλον έλοιτ’ αν ή πολύν ήρεμα». Ετσι, καταλαβαίνομε και τον Επίκουρο όταν έλεγε «να φύγουμε απ’ τη ζωή μ’ ένα τραγούδι, αναφωνώντας “τι ωραία που ζήσαμε”».

Αν όμως (ο μη γένοιτο) δεν θα μπορείς να το πεις αυτό το λεβέντικο τραγούδι; Αν πονάς φριχτά, αν είσαι για πολύν καιρό καρφωμένος σ’ ένα κρεβάτι (κατατρυπημένος και εξαρτημένος απ’ τους άλλους) – και με τη βεβαιότητα της Επιστήμης από πάνω ότι δεν υπάρχει πια καμιά ελπίδα; Τότε, λέει ο Αλέξανδρος, «τρέμεις και εξεγείρεσαι μπροστά στην προοπτική του πόνου και της ραγδαίας σωματικής κατάπτωσης» – και [τότε] «πρέπει να σου επιτραπεί να επιστρέψεις το “δώρο”». Και εννοεί την υπό όρους ευθανασία.

Ζητώ την άδειά σας να υποβάλω συνοπτικότατα την άποψή μου.

α) Ο κίνδυνος της ανεξέλεγκτης (έως και κακουργηματικής) κλιμάκωσης της πρακτικής αυτής, υπάρχει και παρα-υπάρχει – ιδίως σε μια χώρα με έμμονους δείκτες αντικοινωνικότητας. Διατίθεται όμως ήδη διεθνώς μια μεγάλη πείρα των κοινωνικών περιπλοκών του θέματος, ώστε να οργανώσομε σωστά την άμυνά μας.

β) Η οικονομίστικη θεώρηση ότι, αντιθέτως, θα ’ρθει μέρα όπου θα ενθαρρύνεται ο Καιάδας των ασθενών προς όφελος άλλων κοινωνικών στόχων, δεν είναι αμελητέα – αλλ’ υποστηρίζω ότι ο Ανθρωπιστικός Διαφωτισμός διαθέτει τα μέσα για την άμυνά μας.

γ) Ναι, αλλά η «ιερότητα» της Ζωής; Και μάλιστα όταν τον χαρακτηρισμό δεν τον περιορίζω μόνον σ’ ένα πλαίσιο θεολογικό, αλλά τον εκτείνω στα εκατομμύρια χρόνια της Εξέλιξης (καρπός της είμαι) και σ’ ό,τι βρίσκεται πίσω της. Δέος. Ωστόσο, και αυτή η «ιερότητα» είναι μια Αξία – και, ως γνωστόν, οι συγκρούσεις των Αξιών στοιχειοθετούν τον ηθικό προβληματισμό. Διότι, απ’ την άλλη μεριά, κι η «Προσωπικότητα» του Ανθρώπου είναι μια άλλη (χειροπιαστή μάλιστα) Αξία. Και, ακριβώς, η «Συντριβή της Προσωπικότητας» είναι το αποτέλεσμα της καθολικής απαγόρευσης της ευθανασίας. Οι δε συγκρούσεις των Αξιών, μόνον μέσα στο θερμό καμίνι των ανθρωπίνων Συνειδήσεων αίρονται – και συγκινησιακά και μετά Λόγου, όπου λέει πάλι ο Αριστοτέλης (Η.Ν. 1106b.36). Εχει μάλιστα ήδη γίνει δεκτή αυτή η έλλογη «διαπραγμάτευση» Αξιών στις ακόλουθες περιπτώσεις:

Η ιερότητα της ζωής του εμβρύου υποχωρεί υπέρ της Αξίας της προσωπικότητας της Μητέρας-θύματος βιασμού!

Η ιερότητα της ζωής μου έχει υποχωρήσει όταν μου ζητούν να την θυσιάσω για το καλό της Πατρίδας στους πολέμους (και ν’ αφαιρέσω και άλλων τη ζωή), για χάρη της Αξίας της Ελευθερίας.

Φαίνεται λοιπόν ότι, από κοινωνική/οικονομική/ φιλοσοφική άποψη, είναι ξανά ανοικτή η αναζήτηση μιας πολύ προσεκτικής (αλλά βαθύτατα ανθρωπικής) ρύθμισης του ζητήματος όταν απειλούμεθα με «Συντριβή της Προσωπικότητας». Αλλωστε, και το άρθρο 5 § 1 του Συντάγματος προστατεύει την Προσωπικότητα, «όταν δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων».

Η συζήτηση θα ξανανοίξει με όσην σεμνότητα και μετριοπάθεια απαιτεί το καίριο αυτό ζήτημα – πανάρχαιο και συγκλονιστικό απ’ την εποχή του δίκαιου Ιώβ, ο οποίος (μες στους πόνους του) λέει (Κεφ. 10, §18-19):

«Απ’ τη μήτρα γιατί μ’ έβγαλες, Θεέ μου; Κάλλιο ας πήγαινα ευθύς στον τάφο μου». Θα καταδεχθούμε να ξανακούσουμε τον αβάσταχτο ανθρώπινο πόνο;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ