ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Προγράμματα ανταμοιβής πληροφοριοδοτών στις ΗΠΑ

GRETCHEN MORGENSON / ΤHE NEW YORK TIMES

Μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, ολοένα και περισσότεροι πληροφοριοδότες βοήθησαν τις αρχές εποπτείας των αγορών στις ΗΠΑ να εντοπίσουν παραβάτες στη Wall Street. Σήμερα, ανάλογα περιστατικά λαμβάνουν χώρα σε πολιτειακό επίπεδο. Πλέον, οι αρμόδιες αρχές για την εποπτεία των αγορών συνεργάζονται με πληροφοριοδότες ανταμείβοντάς τους για τη συμβολή τους. Στις 19 Αυγούστου, για παράδειγμα, ένας πληροφοριοδότης έλαβε 95.000 δολάρια διότι βοήθησε τις Αρχές στην Ιντιάνα των ΗΠΑ να αποκαλύψουν παράβαση της JP Morgan Chase. Η επενδυτική τράπεζα παρείχε συμβουλές σε πελάτες, με στόχο την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της, κι αυτό αποτελεί τυπική υπόθεση σύγκρουσης συμφερόντων. Η χρηματική αμοιβή ήταν η πρώτη που παραχωρήθηκε σε άτομο που συνεργάστηκε με τις Αρχές και παρείχε πολύτιμες πληροφορίες για την ολοκλήρωση των ερευνών.

Ο πληροφοριοδότης είχε, ουσιαστικά, πρόσβαση σε στοιχεία μονάδας διαχείρισης της JP Morgan Chase, που έδειχναν πώς η επενδυτική τράπεζα κατηύθυνε πελάτες σε εσωτερικά κεφάλαια, αυξάνοντας το κόστος της επένδυσης ή τις προμήθειες. Στον διακανονισμό που επιτεύχθηκε τον Ιούλιο, η τράπεζα πλήρωσε πρόστιμο 950.000 δολαρίων στην πολιτεία της Ιντιάνα, οι αξιωματούχοι της οποίας χαρακτήρισαν τις πρακτικές της JP Morgan Chase «εκτός των προτύπων της ειλικρίνειας και της ηθικής που είναι αποδεκτά στον κλάδο και κατά τη διαπραγμάτευση τίτλων».

Η Κόνι Λόσον, υπουργός Εσωτερικών στην Ιντιάνα, δήλωσε σε συνέντευξη πως «δεν θα μπορούσαμε να τεκμηριώσουμε την υπόθεση εάν δεν είχαμε αυτές τις πληροφορίες».

Το πρόγραμμα αυτό της Ιντιάνα καθιερώθηκε το 2012 και λειτουργεί υπό την εποπτεία της κ. Λόσον. Οι αρμόδιοι αξιωματούχοι της πολιτείας μπορούν να προσφέρουν έως και το 10% των οικονομικών κυρώσεων στο άτομο που προσκομίζει τα κατάλληλα στοιχεία, ώστε να στοιχειοθετηθεί σωστά μια υπόθεση.

Η Γιούτα είναι μια άλλη πολιτεία με πρόγραμμα ανταμοιβής πληροφοριοδοτών, που στοχεύει στις παραβάσεις της νομοθεσίας των χρηματοοικονομικών αγορών. Οι νομικοί σύμβουλοι των πληροφοριοδοτών επιβεβαιώνουν πως τα προγράμματα αυτά επιτρέπουν στις πολιτειακές αρχές να εντοπίζουν παραβάσεις με τον πιο οικονομικό τρόπο. «Δεν υπάρχουν άλλοι τρόποι για να εντοπίσουν οι πολιτειακές αρχές τα εγκλήματα της Wall Street», σχολιάζει ο Εντουαρντ Σιντλ, νομικός εκπρόσωπος του πληροφοριοδότη στην υπόθεση της Ιντιάνα, και υποστηρίζει ότι «η αξιοποίηση τόσο πολύτιμων στοιχείων δεν κοστίζει τίποτε στις πολιτείες». Η υπόθεση αυτή έχει πολλά κοινά στοιχεία με πρόσφατη έρευνα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ, πάλι σε ό,τι αφορά την JP Morgan Chase. Προς τα τέλη του περυσινού έτους, η JP Morgan Chase κατηγορήθηκε πως είχε 127 εκατ. δολάρια κέρδη επειδή ωθούσε πελάτες σε «συγγενή» επενδυτικά κεφάλαια. Γι’ αυτό πλήρωσε πρόστιμο 307 εκατ. δολαρίων για να κλείσει η υπόθεση, χωρίς να αποδεχθεί ή να αρνηθεί τις κατηγορίες.

Με βάση τη νομοθεσία της Γιούτα, ένας πληροφοριοδότης δικαιούται έως και το 30% από πρόστιμα, με κατώτατο όριο τις 50.000 δολάρια. Ο Κιθ Γούντγουελ, αρμόδιος για θέματα λειτουργίας των αγορών, δήλωσε σε συνέντευξη πως το πρόγραμμα έχει οδηγήσει στη δίωξη 15 παραβάσεων από εταιρείες του χρηματοοικονομικού κλάδου. Στην πρώτη υπόθεση η πολιτεία αντάμειψε επενδυτικό σύμβουλο που αποκάλυψε αμφισβητούμενες συναλλαγές 150.000 δολαρίων. Ο πληροφοριοδότης έλαβε 20.000 δολάρια για τις υπηρεσίες του. Βασικό πλεονέκτημα του προγράμματος είναι ότι ενθαρρύνει την κατάθεση στοιχείων σε πραγματικό χρόνο και όχι μεταγενέστερα, τονίζει ο κ. Γούντγουελ.

Λαλίστατα στελέχη

Mία πενταετία μετά την έναρξη του προγράμματος πληροφοριοδοτών από την αμερικανική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, είναι ξεκάθαρο πως οι πιο πολύτιμες πληροφορίες αποσπώνται από εταιρικά στελέχη. Το πρόγραμμα αυτό είναι αδιαμφισβήτητη επιτυχία του νομοσχεδίου Ντοντ - Φρανκ, με αποκορύφωμα την ανταμοιβή στελέχους της Monsanto, με 22 εκατ. δολάρια, που αποκάλυψε πώς ο αμερικανικός κολοσσός εξασφάλισε εκπτώσεις φόρων 100 εκατ. δολαρίων εντός διετίας με την παραβίαση των λογιστικών κανόνων. Θα ήταν πολύ δύσκολο να διαπιστωθεί κάτι τέτοιο με άλλον τρόπο σε μια εταιρεία με ετήσιες πωλήσεις 10 δισ. δολαρίων.

Το πρόγραμμα δημιουργήθηκε το 2011. Εκτοτε έχουν καταγραφεί λίγο πάνω από 14.000 καταγγελίες αντί του αρχικού στόχου για 30.000. Επίσης, δεν ανταποκρίνονται σε παραβάσεις που μπορούν πάντα να τεκμηριωθούν. Σε κάθε περίπτωση το πρόγραμμα πληροφοριοδοτών απειλεί σοβαρά τις εταιρείες, διότι μπορεί να ασκηθούν διώξεις και από το υπουργείο Δικαιοσύνης, εκτός από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ