ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Το έλλειμμα του 2009 και η κρίση

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΓΙΑΝΟΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ανάλυση

Εχουν γραφεί πολλά τον τελευταίο καιρό με αφορμή τη μέτρηση του δημοσίου ελλείμματος και χρέους το 2009 και τη δικαστική περιπέτεια του κ. Ανδρέα Γεωργίου, η οποία σχετίζεται με αυτά. Ενα πρόσφατο παράδειγμα είναι το άρθρο του κ. Γιάννη Παπαθανασίου, υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για μέρος του 2009, που δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή» της προηγούμενης Κυριακής. Μεταξύ άλλων, ο κ. Παπαθανασίου αναφέρει ότι το έλλειμμα του 2009 ανήλθε αρχικά στο υψηλό 12,7% επειδή το φούσκωσε η κυβέρνηση Παπανδρέου, μεταθέτοντας έσοδα στο 2010 και δαπάνες στο 2009. Επίσης, η αναθεώρηση του ελλείμματος στο ακόμα υψηλότερο 15,6% από τον κ. Γεωργίου θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί αν η ΕΛΣΤΑΤ δεν είχε εφαρμόσει τόσο αυστηρά τους κανόνες μέτρησης της Eurostat.

Με βάση τους δύο παραπάνω ισχυρισμούς, κάποιος θα μπορούσε να συμπεράνει ότι, με καλύτερους χειρισμούς τόσο από την κυβέρνηση Παπανδρέου όσο και από την ΕΛΣΤΑΤ, το έλλειμμα του 2009 θα μπορούσε να είχε μείνει σε πολύ πιο χαμηλά επίπεδα και έτσι να είχαν αποφευχθεί τα σκληρά μέτρα λιτότητας που πάρθηκαν τα επόμενα χρόνια, καθώς και η βαθιά ύφεση της ελληνικής οικονομίας. Σε παρόμοιο συλλογιστικό βασίζεται και η νομική δίωξη κατά του κ. Γεωργίου. Η άποψη ότι το έλλειμμα του 2009 ήταν «το» πρόβλημα, και ότι αν αυτό είχε μετρηθεί χαμηλότερα η ύφεση της ελληνικής οικονομίας θα ήταν πολύ μικρότερη, είναι κατά τη γνώμη μου λανθασμένη και αποπροσανατολιστική. Δεν λαμβάνει υπόψη βασικά μακροοικονομικά μεγέθη και γενικότερες διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας, όπως αυτά διαμορφώθηκαν μέχρι το 2009.

Ενα σημαντικό μακροοικονομικό μέγεθος είναι το εμπορικό έλλειμμα: η διαφορά μεταξύ εισαγωγών και εξαγωγών. Το 2007, η διαφορά αυτή, ως ποσοστό του ΑΕΠ, ανήλθε στο 12,4% για την Ελλάδα. Το ποσοστό αυτό ήταν πολύ μεγαλύτερο από αυτό της Ισπανίας (6,0%), Ιταλίας (0,4%), και Πορτογαλίας (7,6%). Καθώς οι ελληνικές εξαγωγές δεν απέφεραν αρκετά χρήματα για να πληρώσουμε για τις εισαγωγές μας (και καθώς άλλες μεταφορές πόρων, όπως επιδοτήσεις από την Ευρωπαϊκή Ενωση, ήταν σχετικά μικρές), η διαφορά καλύφθηκε με δανεισμό. Κατά την περίοδο 2001-2007, η Ελλάδα (Δημόσιο και ιδιωτικός τομέας) δανειζόταν 10,9% του ΑΕΠ της κατά μέσον όρο σε ετήσια βάση από τους ξένους. Τα χρήματα αυτά διοχετεύθηκαν κυρίως προς την κατανάλωση, τόνωσαν τη ζήτηση στην οικονομία και συνετέλεσαν στην ταχεία αύξηση του ΑΕΠ και των εισοδημάτων. Ο δανεισμός αυτός προφανώς δεν ήταν βιώσιμος μακροπρόθεσμα και έπρεπε να σταματήσει. Το έναυσμα, τόσο για την Ελλάδα όσο και για άλλες χώρες της Ευρωζώνης, έδωσε η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2008. Καθώς ο εξωτερικός δανεισμός ήταν το βασικό αίτιο της υψηλής ζήτησης, το τέλος του δανεισμού θα σήμαινε αυτόματα και την απότομη πτώση της ζήτησης.

Και καθώς η ζήτηση ήταν το βασικό αίτιο της ταχείας αύξησης του ΑΕΠ και των εισοδημάτων, η απότομη πτώση της ζήτησης θα επέφερε και μια σημαντική πτώση του ΑΕΠ.

Δύο ακόμα σημαντικά μακροοικονομικά μεγέθη είναι το δημόσιο έλλειμμα και χρέος – αλλά θα αναφερθώ στις τιμές αυτών πριν από το επίμαχο 2009. Το 2007, το δημόσιο έλλειμμα στην Ελλάδα ήταν 6,5% του ΑΕΠ και το δημόσιο χρέος 103,1%. Το έλλειμμα ήταν πολύ υψηλότερο από αυτό της Ισπανίας (-2%, δηλαδή πλεόνασμα), της Ιταλίας (1,6%) και σε μικρότερο βαθμό της Πορτογαλίας (3,1%). Το χρέος ήταν επίσης υψηλότερο από αυτό της Ισπανίας (35,5%) και της Πορτογαλίας (68,4%). Ηταν συγκρίσιμο με αυτό της Ιταλίας (99,7%), το οποίο όμως ήταν σε τροχιά μείωσης εκείνη την περίοδο.

Συνεπώς, ενώ άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου επωφελούνταν από τα χαμηλά επιτόκια που προσέφερε το ευρώ για να αμβλύνουν τις δημοσιονομικές τους ανισορροπίες, οι ελληνικές κυβερνήσεις παρήγαν υψηλά ελλείμματα και το χρέος αυξανόταν σημαντικά. Η χαλαρή δημοσιονομική πολιτική ήταν διπλά ανεύθυνη. Πρώτον, όταν ήρθε η αναπόφευκτη ύφεση (λόγω της αδυναμίας συνέχισης του εξωτερικού δανεισμού), το κράτος έπρεπε επίσης να περιορίσει το έλλειμμά του, καθιστώντας την κρίση βαθύτερη. Ενώ το δημόσιο έλλειμμα μειώθηκε στην Ελλάδα κατά 4,9 μονάδες του ΑΕΠ από το 2007 στο 2014, στην Ισπανία, Ιταλία, και Πορτογαλία αυξήθηκε, καθώς οι χώρες αυτές είχαν κάποια δημοσιονομική ευχέρεια να απαλύνουν τις αρνητικές συνέπειες της κρίσης (π.χ. να μην αυξήσουν τους φόρους τόσο πολύ). Δεύτερον, αντί το κράτος να μετριάσει τη σημαντική αύξηση του εξωτερικού δανεισμού του ιδιωτικού τομέα, δανειζόταν και αυτό, κάνοντας έτσι την αναπόφευκτη ύφεση που θα ερχόταν με το τέλος του εξωτερικού δανεισμού πολύ χειρότερη.

Η απαιτούμενη προσαρμογή ήταν ακόμα δυσκολότερη εξαιτίας των μακροχρόνιων διαρθρωτικών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας. Ο κ. Παπαθανασίου αναφέρει ότι μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές και μεταρρυθμίσεις μπήκαν σε τροχιά ή ολοκληρώθηκαν την περίοδο 2004-2009. Η κατάταξη της Ελλάδας στον δείκτη World Bank Doing Business Reports όμως χειροτέρεψε από το 2005 (όποτε ο δείκτης υπολογίστηκε για πρώτη φορά) μέχρι το 2009, από 80ή σε 109η. Η Ελλάδα ήταν δεύτερη χειρότερη μετά την Τουρκία όσον αφορά το ρυθμιστικό βάρος στις αγορές προϊόντων στην κατάταξη του ΟΟΣΑ το 2008 (34 χώρες) και πέμπτη χειρότερη όσον αφορά το ρυθμιστικό βάρος στην αγορά εργασίας (30 χώρες). Ηταν επίσης τρίτη από το τέλος όσον αφορά την ταχύτητα στην απονομή δικαιοσύνης μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης το 2008. Και το ασφαλιστικό της σύστημα ήταν το δεύτερο πιο κοστοβόρο στην Ευρωπαϊκή Ενωση το 2007, έπειτα από αυτό της Ιταλίας – με πρόβλεψη ότι οι δαπάνες θα διπλασιάζονταν μέχρι το 2060, ενώ για την Ιταλία θα μειώνονταν. Η αδυναμία εκσυχρονισμού της οικονομίας δεν εντοπίζεται βέβαια μόνο στην περίοδο 2004-2009. Και όπως επισημαίνει και ο κ. Παπαθανασίου, η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο την εκάστοτε κυβέρνηση, αλλά και την αντιπολίτευση και άλλους θεσμούς της χώρας όπως τα συνδικάτα και τα ΜΜΕ.

Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, δεν θα πρέπει να αποτελεί έκπληξη ότι η ύφεση στην ελληνική οικονομία ήταν βαθύτερη από αυτή στην Ισπανία (10% πτώση του πραγματικού ΑΕΠ κατά κεφαλή μεταξύ 2007-2014), Ιταλία (12%) και Πορτογαλία (7,9%). Η παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση βρήκε την Ελλάδα με υψηλό εξωτερικό και δημόσιο χρέος, πολύ υψηλά αντίστοιχα ελλείμματα και ένα δυσλειτουργικό θεσμικό περιβάλλον το οποίο καθιστούσε δύσκολη την απαιτούμενη μεταστροφή της οικονομίας προς ένα πιο εξαγωγικό και παραγωγικό μοντέλο.

Το πώς ακριβώς έγινε η καταγραφή του ελλείμματος το 2009 είναι μια μικρή λεπτομέρεια στη γενικότερη εικόνα. Αν το πολιτικό σύστημα και η ελληνική Δικαιοσύνη ενδιαφέρονται να κατανοήσουν γιατί η ελληνική οικονομία μπήκε στα μνημόνια και γιατί τα εισοδήματα μειώθηκαν σημαντικά, η απάντηση έγκειται στη διακυβέρνηση της χώρας τα χρόνια (και δεκαετίες) πριν από την κρίση και όχι στη στατιστική μέτρηση των ελλειμμάτων.

* Ο κ. Δημήτρης Βαγιανός είναι καθηγητής Χρηματοοικονομικών στο London School of Economics.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ