ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Μια άλλη όψη της κρίσης

ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΜΑΝΩΛΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Π​​αραβλέποντας τον κίνδυνο να απογοητεύσω από τις πρώτες κιόλας γραμμές τους αναγνώστες, θα ξεκινήσω το άρθρο μου με την τετριμμένη παρατήρηση ότι η κρίση που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας είναι βαθιά και πολυδιάστατη. Ακόμη θα συμπληρώσω ότι, κατά την προσωπική μου γνώμη, τα αίτια αυτής της κρίσης, πάρα τον άπειρο χρόνο συζητήσεων και το μελάνι που καταναλώθηκε για τη διερεύνησή τους, είναι πολύ πιο σύνθετα από όσο παρουσιάζεται στις σχετικές αναλύσεις.

Πάντως, ανεξάρτητα από τα αίτια και τους χειρισμούς που μας οδήγησαν έως εδώ, το «εδώ» είναι, δυστυχώς, ζοφερό. Τα υπέρογκα οικονομικά βάρη που αντιμετωπίζει κάθε οικογένεια, κάθε επαγγελματίας και εργαζόμενος, η ανεργία και η συνεχής υποβάθμιση των υπηρεσιών του κράτους, σε συνδυασμό με την παγιωμένη οικονομική δυσπραγία, αποτελούν τις πιο προφανείς και ίσως πιο οδυνηρές εκφάνσεις της κρίσης.

Ωστόσο, η κρίση δεν έχει μόνο οικονομικά χαρακτηριστικά. Οπως είπαμε και στην αρχή, έχει πολλές όψεις, είναι πολυδιάστατη.

Μία από τις διαστάσεις της σχετίζεται με το περιβάλλον, και πιο ειδικά, το δομημένο περιβάλλον. Το περιβάλλον αυτό κατά τα τελευταία χρόνια έχει υποβαθμιστεί δραματικά. Η ρύπανση, η φθορά, η εγκατάλειψη και, εντέλει, η ασχήμια είναι βασικά χαρακτηριστικά του χώρου στον οποίο κατοικούμε, εργαζόμαστε, συναναστρεφόμαστε, διασκεδάζουμε κ.λπ. Και δεν χρειάζεται να είναι κάποιος ειδικός για να καταλάβει πόσο αρνητικά ένα τέτοιο περιβάλλον επιδρά στη ζωή μας.

Γι’ αυτήν τη διάσταση της κρίσης θα ήθελα να εκθέσω κάποιες σκέψεις μου. Ανέκαθεν θεωρούσα ότι τόσο η επικρατούσα αρχιτεκτονική όσο και η ποιότητα των εν γένει κατασκευών στη χώρα μας είναι χαμηλού επιπέδου. Επιπλέον, ακόμη και αυτές τις γενικά μέτριες κατασκευές που κάνουμε δεν τις προστατεύουμε, δεν τις συντηρούμε και δεν τις επισκευάζουμε όπως πρέπει. Σε κάποιες περιπτώσεις, ειδικά για δημόσια κτίρια και χώρους, η συμπεριφορά μας απέναντί τους θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως εχθρική – ο βανδαλισμός ήταν ανέκαθεν αγαπημένο μας σπορ. Με αυτά τα δεδομένα δικαιολογείται ένας βαθμός μειονεξίας στα ποιοτικά χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος στο οποίο ζούμε. Ωστόσο, ενώ θα έπρεπε να προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τις παθογένειες και να θεραπεύσουμε αυτήν την κατάσταση, η πορεία μας κατά τα τελευταία χρόνια φαίνεται να είναι εντελώς αντίθετη. Οδηγούμαστε σε συνθήκες σχεδόν τριτοκοσμικής χώρας.

Πλέον, το δομημένο περιβάλλον μας είναι αφιλόξενο και αντιπαθητικό. Τα σπίτια μας είναι μικρά και άβολα. Χρειάζονται επισκευές, ανακαινίσεις, βελτιώσεις. Οι συνθήκες στο εσωτερικό τους είναι συχνά δυσάρεστες (κρύο το χειμώνα, ζέστη το καλοκαίρι, κακός φωτισμός, θόρυβοι, οσμές, υγρασία). Μας προκαλούν δυσφορία. Μας διώχνουν. Αλλά και έξω η κατάσταση δεν είναι καλύτερη. Δρόμοι στενοί, γεμάτοι σκουπίδια, παρκαρισμένα αυτοκίνητα και αντικείμενα παρατημένα όπου να ’ναι, χαλασμένα πεζοδρόμια, παραμελημένα παρτέρια, ανύπαρκτος ή κατεστραμμένος αστικός εξοπλισμός. Τοίχοι φθαρμένοι, βρώμικοι, γεμάτοι από κάθε είδους γκράφιτι και παλιές τοιχοκολλήσεις. Πάρκα χωρίς πράσινο ή με αφρόντιστο πράσινο, χωρίς εξοπλισμό, γεμάτα σκουπίδια, συχνά κατειλημμένα από περίεργα, ύποπτα άτομα. Συχνά την εικόνα συμπληρώνουν ερειπωμένα ή εγκαταλελειμμένα κτίρια και κλειστά καταστήματα με εμφανή σημάδια επιχειρηματικής αποτυχίας. Εξω συναντάμε σκυθρωπούς ανθρώπους, κάποιοι ζητιανεύουν, κάποιοι ψάχνουν στα σκουπίδια. Και το χειρότερο, συναντάμε και παιδιά. Παιδιά που νομίζουν ότι παίζουν ή διασκεδάζουν.

Αυτό είναι, δυστυχώς, το περιβάλλον στο οποίο ζούμε οι περισσότεροι Ελληνες. Ενα περιβάλλον εγκατάλειψης και παρακμής. Βεβαρημένο με κάθε μορφής ρύπανση, μεταξύ των οποίων η αισθητική είναι, κατά τη γνώμη μου, η πιο ανυπόφορη. Ενα περιβάλλον που νομοτελειακά οδηγεί σε ψυχοπάθειες. Και να σκεφτεί κανείς ότι γι’ αυτό το περιβάλλον πληρώνουμε και ΕΝΦΙΑ (με την ευρεία έννοια). Οι εξαιρέσεις λίγες και εντοπισμένες. Δεν αλλάζουν τη συνολική εικόνα. Δεν αφορούν τους περισσότερους από εμάς.

Η θλιβερή αυτή κατάσταση και κυρίως η επιδείνωσή της κατά τα τελευταία χρόνια ασφαλώς συναρτάται με την οικονομική κρίση. Η απουσία νέων κατασκευών, για παράδειγμα, επιδεινώνει τις εντυπώσεις. Tο επιχείρημα, ωστόσο, ότι αν είχαμε χρήματα θα φροντίζαμε καλύτερα το περιβάλλον μας, δεν είναι αρκετά πειστικό: παλαιότερα οι άνθρωποι ήταν πολύ πιο φτωχοί αλλά ζούσαν σε πιο όμορφα σπίτια, πιο όμορφες γειτονιές, πιο όμορφες πόλεις. Δεν είναι επομένως μόνο οικονομικό το πρόβλημα. Και εν πάση περιπτώσει, αν θα θέλαμε να το δούμε με οικονομικούς όρους, τι θα σήμαινε αυτό για την αντιμετώπισή του; Να περιμένουμε να ανακάμψει η οικονομία ώστε σε επόμενο στάδιο να βρούμε τα χρήματα για να αποκαταστήσουμε το περιβάλλον μας; Παρόλο που ένας τέτοιος συλλογισμός είναι θεωρητικά βάσιμος, έχει κατά τη γνώμη μου ουσιώδη μειονεκτήματα ότι εξωθεί τις λύσεις σε ένα μακρινό και ασαφές μέλλον και, επίσης, προϋποθέτει την επίτευξη υπερβολικά υψηλών, ίσως ανέφικτων, οικονομικών στόχων.

Δεδομένου, λοιπόν, ότι δεν έχουμε ούτε περιθώρια αναβολών ούτε χρήματα, θα άξιζε να εξετάσουμε και άλλες παραμέτρους του προβλήματος. Στην κατεύθυνση αυτή, προτείνω την παραδοχή ότι η ποιότητα του δομημένου περιβάλλοντος είναι μέτρο πολιτισμού. Οι πολιτισμένες κοινωνίες τιμούν και φροντίζουν το περιβάλλον στο οποίο ζουν, με αποτέλεσμα αυτό να είναι λειτουργικό και όμορφο. Αντιλαμβάνομαι ότι αυτή η άποψη μας φέρνει αντιμέτωπους με σκληρές αλήθειες. Αλλά ώς πότε θα αποφεύγουμε αυτές τι αλήθειες; Ο,τι δοκιμάσαμε μέχρι τώρα φαίνεται να απέτυχε ή να αποτυγχάνει. Μήπως ήρθε η ώρα να δούμε κατάματα την πραγματικότητα; Ισως τότε μπορέσουμε να βρούμε λύσεις και για το περιβάλλον στο οποίο ζούμε και για τα αλλά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε ως κοινωνία.

* Ο Νίκος Παπαμανώλης είναι καθηγητής στη Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πολυτεχνείου Κρήτης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ