ΕΛΛΑΔΑ

Η ελληνοβουλγαρική συμφωνία

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Σ ΚΑΤΣΑΡΑΣ*

Ο Γεώργιος Παπανδρέου και δεξιά του ο υπουργός Εξωτερικών Σταύρος Κωστόπουλος κατά τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου. Η προσέγγιση με τον Βούλγαρο πρόεδρο Τοντόρ Ζίβκοφ και οι πολύμηνες συνομιλίες με τον υπ. Εξωτερικών Ιβάν Μπάσεφ κατέληξαν σε συνεργασία των δύο χωρών.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Τον Απρίλιο του 1976, κατά την τριήμερη επίσκεψή του στην Αθήνα (9-11 Απριλίου), την πρώτη Βούλγαρου προέδρου στην Ελλάδα, ο Τοντόρ Ζίβκοφ έτυχε θερμής υποδοχής από την πολιτειακή ηγεσία της χώρας.

Στην προσφώνησή του, κατά το επίσημο γεύμα προς τιμήν του υψηλού προσκεκλημένου, ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τσάτσος εξήρε τα βήματα προόδου που σημειώθηκαν τα τελευταία έτη στη σύσφιγξη των διμερών σχέσεων και τόνισε ότι οι δύο χώρες άφηναν οριστικά πίσω τους τις παλαιές διαφορές: «Επί πολλές δεκαετηρίδες τον χώρο των Βαλκανίων μάστιζαν κηρυγμένοι και ακήρυχτοι πόλεμοι. Επί πολλά έτη οι λαοί μας βρέθηκαν αντιμέτωποι με αιματηρούς αγώνες... Σήμερα έγινε κοινή συνείδηση στους δύο λαούς μας ότι οι παλιές διαφορές παραγράφηκαν και πως, συνεργαζόμενοι φιλικά για την επίτευξη κοινών στόχων, έχουμε πολλά περισσότερα να ωφεληθούμε [...] οι νέες φιλικές σχέσεις μας θεμελιώθηκαν σε βάσεις εδραίες και μόνιμες και αναπτύσσονται έκτοτε εις όφελος και των δύο λαών μας». Στην αντιφώνησή του ο πρόεδρος της Βουλγαρίας ευχαρίστησε τον ελληνικό λαό για τη θερμή υποδοχή και διαβεβαίωσε ότι η χώρα του και στο μέλλον θα εργαζόταν για την ανάπτυξη των ελληνοβουλγαρικών σχέσεων με εποικοδομητικό πνεύμα και στη βάση του πλήρους σεβασμού της ανεξαρτησίας, της κυριαρχίας, της ισοτιμίας και του αμοιβαίου συμφέροντος. «Εμείς θέλουμε να ζούμε σε ειρήνη, κατανόηση και συνεργασία με όλους τους λαούς», κατέληξε. Η τελευταία αυτή αποστροφή του Βούλγαρου προέδρου ερχόταν να προστεθεί στη δεδηλωμένη διάθεσή του να εργαστεί υπέρ της διαβαλκανικής συνεννόησης. Είναι χαρακτηριστική από αυτή την άποψη η δήλωσή του στο 11ο Συνέδριο του ΚΚΒ, που έλαβε χώρα στη Σόφια από τις 29 Μαρτίου έως τις 2 Απριλίου 1976, ότι «θα εξακολουθήσουμε να εργαζόμαστε με συνέπεια για να μεταβάλουμε τα Βαλκάνια σε περιοχή σχέσεων καλής γειτονίας, συνεννόησης και συνεργασίας».

Αρνητική επιρροή του βεβαρημένου παρελθόντος

Η παραπάνω επίσκεψη και το θερμό κλίμα που επικράτησε ήρθαν να επισφραγίσουν τις προσπάθειες εξομάλυνσης των διμερών σχέσεων, που είχαν ξεκινήσει στις αρχές της δεκαετίας του 1950 και κορυφώθηκαν το 1964 με την αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων και την ανταλλαγή πρεσβευτών.

Η πορεία, ωστόσο, προς αυτή την εξομάλυνση δεν υπήρξε ομαλή· προηγήθηκε μια περίοδος συνεχών προστριβών, συνοριακών επεισοδίων και διπλωματικών συγκρούσεων στο πλαίσιο του ΟΗΕ. Τοποθετημένες σε διαφορετικά στρατόπεδα στο σημαδεμένο με δραματικές αλλαγές μεταπολεμικό σκηνικό, οι δύο χώρες ακροβατούσαν επικίνδυνα στο ψυχροπολεμικό παιχνίδι εξουσίας.

Η μεν Βουλγαρία, ως θεματοφύλακας στο νότιο πλευρό του Συμφώνου της Βαρσοβίας, βρισκόταν σε άμεση επαφή με τους πιθανούς νατοϊκούς αντιπάλους, την Ελλάδα και την Τουρκία, οι δε στρατιωτικές δεσμεύσεις της Αθήνας έναντι της Βρετανίας και των ΗΠΑ, διανθισμένες με την κλιμάκωση της βουλγαροφοβίας, λόγω της πρόσφατης βουλγαρικής κατοχής της Ανατολικής Μακεδονίας και της Δυτικής Θράκης, και τις ανεκπλήρωτες οικονομικές απαιτήσεις της Αθήνας, κατέστησαν τον Βορρά σε συνώνυμο του βουλγαρικού κινδύνου.

Στις 23 Απριλίου 1941 ο Ελληνας πρέσβης στη Σόφια, Παναγιώτης Πιπινέλης, επέδωσε στο βουλγαρικό υπουργείο Εξωτερικών την επιστολή No. 1086, με την οποία αναγγέλθηκε η διακοπή από την ελληνική πλευρά των διπλωματικών σχέσεων.

Η εξέλιξη του πολέμου και τα έντονα ανθελληνικά μέτρα των βουλγαρικών δυνάμεων κατοχής θα εδραιώσουν την αντιβουλγαρική διάθεση του ελληνικού λαού και θα καταστήσουν τη Βουλγαρία σε συνώνυμο του επιτιθέμενου και σκληρού εισβολέα, ο οποίος τρεις φορές σε μία γενιά (1913, 1916, 1941) προσπάθησε να καταλάβει τα ιστορικά ελληνικά εδάφη της Μακεδονίας και της Δυτικής Θράκης και να τα εκβουλγαρίσει.

Ετσι, όταν στις 10 Φεβρουαρίου 1947 η υπογραφή της συνθήκης ειρήνης με τη Βουλγαρία δημιούργησε τυπικά τη νομική βάση για εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας, τα γεγονότα στην πράξη έλαβαν άλλη τροπή.

Η Ελλάδα παρέμεινε εξαιρετικά δυσαρεστημένη από την απόρριψη του αιτήματος για διαρρύθμιση των ελληνοβουλγαρικών συνόρων και από την απόδοση σ’ αυτήν αποζημίωσης ύψους μόλις 45 εκατομμυρίων δολαρίων, την οποία θεώρησε άκρως ανεπαρκή.

Η ρήξη κατά τον ελληνικό εμφύλιο και μετεμφυλιακές διαπραγματεύσεις

Στην επιβεβαίωση των εχθρικών τάσεων στις ελληνοβουλγαρικές σχέσεις συνέβαλε και το ξέσπασμα, την άνοιξη του 1946, του εμφυλίου πολέμου στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση της Αθήνας κατηγόρησε τη Γιουγκοσλαβία, τη Βουλγαρία και την Αλβανία ότι παρείχαν ηθική και υλική βοήθεια στους Ελληνες αντάρτες και απέστειλε καταγγελία για τον σκοπό αυτό στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ (3.12.1946). Η προσφυγή αυτή θα σηματοδοτήσει την ενεργό ανάμειξη του διεθνούς οργανισμού στην ελληνοβουλγαρική διένεξη κατά τα επόμενα χρόνια.

Στις 19 Δεκεμβρίου 1946 το Συμβούλιο Ασφαλείας ενέκρινε ψήφισμα για το Ελληνικό Ζήτημα, το οποίο αποφάσιζε τη σύσταση επιτροπής από εκπροσώπους κάθε μέλους του Συμβουλίου για την επί τόπου διερεύνηση των αιτίων της τεταμένης κατάστασης στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας και την υποβολή κατάλληλων προτάσεων για την εξάλειψη αυτής της κατάστασης. Πράγματι, η Επιτροπή Διερεύνησης των Επεισοδίων άρχισε τις εργασίες της στα τέλη Ιανουαρίου 1947, δεν κατόρθωσε ωστόσο να άρει τα αίτια που δηλητηρίαζαν τις σχέσεις της Ελλάδας με τους βόρειους γείτονές της.

Ανάλογη κατάληξη είχε και η εργασία της Ειδικής Επιτροπής του ΟΗΕ για τα Βαλκάνια (UNSCOB), που συστάθηκε τον Οκτώβριο του 1947 για να βοηθήσει τις τέσσερις κυβερνήσεις στην αποκατάσταση των σχέσεων. Ουσιαστικά δεν επετεύχθη καμία πρόοδος στο συγκεκριμένο ζήτημα, ενώ και οι προοπτικές προς αυτή την κατεύθυνση ήταν δυσοίωνες, με αποτέλεσμα στο κενό να καταπέσει και η προσπάθεια μεσολάβησης του ΟΗΕ κατά την περίοδο 1948 - 1949.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 η μείωση της ψυχροπολεμικής έντασης στον χώρο των Βαλκανίων και ιδιαίτερα της διελκυστίνδας μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων και η δημιουργία νέων συσχετισμών δυνάμεων και συμμαχιών ευνόησαν την έναρξη πολιτικού διαλόγου μεταξύ Αθηνών και Σόφιας. Ετσι, η επιτυχής ολοκλήρωση του έργου της ελληνοβουλγαρικής επιτροπής για την επιβεβαίωση του διμερούς συνόρου το καλοκαίρι του 1953 έθεσε τις βάσεις για την έναρξη συνομιλιών σχετικά με την επανάληψη των διμερών διπλωματικών σχέσεων. Οι συνομιλίες διεξήχθησαν στο Παρίσι από τις 16 Νοεμβρίου 1953 μέχρι τις 22 Μαΐου 1954 και κατέληξαν στην υπογραφή συμφωνίας για ανανέωση των διπλωματικών σχέσεων με την ανταλλαγή διπλωματικών επιτετραμμένων, ενώ ταυτόχρονα υπεγράφη και εμπορική συμφωνία. Η πλήρης, όμως, εξομάλυνση των διμερών σχέσεων, η ανταλλαγή δηλαδή πρεσβευτών, έλαβε χώρα δέκα έτη αργότερα, το 1964.

Αποκλειστικά με ειρηνικά μέσα ο διακανονισμός των όποιων διαφορών

Η επανέναρξη των διμερών συνομιλιών για την οριστική αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Συγκεκριμένα, στα τέλη του 1960 και στις αρχές του 1961 διεξήχθησαν συνομιλίες στην Αθήνα, οι οποίες όμως προσέκρουσαν στην ελληνική αξίωση η Βουλγαρία να προκαταβάλει 6.000.000 δολάρια. Οι διμερείς συνομιλίες έλαβαν νέα ώθηση με την άνοδο στην εξουσία, τον Νοέμβριο του 1963, του Γεωργίου Παπανδρέου, καθώς ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της εξωτερικής πολιτικής της Ενωσης Κέντρου υπήρξε η κίνηση για αποκατάσταση σχέσεων καλής γειτονίας και θετικού κλίματος στον βαλκανικό χώρο.

Παράλληλα, και η βουλγαρική κυβέρνηση, επικεφαλής της οποίας είχε τεθεί στα τέλη του 1962 ο Τοντόρ Ζίβκοφ με υπουργό Εξωτερικών τον ιδιαίτερα δραστήριο Ιβάν Μπάσεφ, επέδειξε μεγαλύτερη ευελιξία και πραγματισμό απέναντι στις ελληνικές προτάσεις. Οι συνομιλίες διεξήχθησαν στη Σόφια από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο του 1964 και κατέληξαν με τη μονογραφή συμφωνίας στην Αθήνα. Ενδεικτική του κλίματος που επικράτησε κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων είναι η απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης να αποδεχθεί μειωμένη αποζημίωση σε σύγκριση με εκείνη που της είχε επιδικαστεί με τη συνθήκη ειρήνης του 1947. Μάλιστα, όλες οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας επικρότησαν την επίτευξη της συμφωνίας, επειδή ακριβώς άνοιγε τον δρόμο για την ειρήνευση, καθώς η Βουλγαρία, πρώτη φορά από τους Βαλκανικούς Πολέμους, παρείχε σαφή εχέγγυα ότι θα έπαυε να διεκδικεί ελληνικά εδάφη.

Η ιστορική αυτή συμφωνία, που υπογράφηκε στις 9 Ιουλίου 1964 από τους υπουργούς Εξωτερικών Στ. Κωστόπουλο και Ιβάν Μπάσεφ, περιελάμβανε δώδεκα επιμέρους συμφωνίες σχετικά με τις αποζημιώσεις, τη συνεργασία στους τομείς της οικονομίας, του εμπορίου, του πολιτισμού, των σιδηροδρομικών, οδικών και αεροπορικών μεταφορών και συγκοινωνιών, τον τουρισμό, την παροχή τελωνειακών διευκολύνσεων, καθώς και την εκμετάλλευση των υδάτων των ποταμών Στρυμόνα, Νέστου και Εβρου. Η συμφωνία του 1964 αποτέλεσε το εφαλτήριο για την προοδευτική ανάπτυξη σχέσεων συνεργασίας και φιλίας ανάμεσα στις δύο χώρες. Οι διπλωματικές σχέσεις αναβαθμίστηκαν σε επίπεδο πρεσβευτών και ο πρόεδρος Ζίβκοφ προσκάλεσε τον ομόλογό του Παπανδρέου να επισκεφθεί τη Σόφια.

Τελικά, την τελευταία επισκέφθηκε, στις 24 Σεπτεμβρίου 1964, ο υπουργός Εξωτερικών Σ. Κωστόπουλος, γεγονός που επιβεβαίωσε τη βελτίωση των διμερών σχέσεων. Μάλιστα, σε κοινό ανακοινωθέν που εκδόθηκε, τονίστηκε ότι οι δύο χώρες θα μεταχειρίζονταν αποκλειστικά ειρηνικά μέσα για το διακανονισμό των όποιων διαφορών τους, ενώ αποκλείστηκε κάθε μελλοντική εδαφική διεκδίκηση. Με τον τρόπο αυτό ξεπεράστηκε οριστικά το χάσμα των μεταπολεμικών ελληνοβουλγαρικών σχέσεων και τέθηκε τέρμα σε μια τεταμένη σχέση δεκαετιών, ακριβώς τη στιγμή που για την Ελλάδα ανέτελλε ο κίνδυνος «εξ ανατολών».

*Ο κ. Ευάγγελος Σ. Κατσάρας είναι υποψήφιος διδάκτωρ Βαλκανικής Ιστορίας του ΑΠΘ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ