ΧΑΡΗΣ ΜΕΛΕΤΙΑΔΗΣ*

Το πρόσχημα και η εύπεπτη επιστημολογία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τ​​ο πρώτο ερώτημα είναι απλό: Δικαιούται ο κ. Πελεγρίνης να διατυπώνει ιστορικές κρίσεις; Η απάντηση είναι εξίσου απλή: Δικαιούται και αυτός, όπως και οποιοσδήποτε άλλος, να αισθάνεται την ανάγκη και να συγκροτεί το παρελθόν σε μια συνεκτική αφήγηση. Το κύρος του κ. Πελεγρίνη ως πολιτικού εξ επιστημόνων δεν συνιστά πρόσθετο παράγοντα εγκυρότητας του αφηγήματός του. Οι αυξημένες ενδεχομένως δυνατότητες πειθούς του ενδιαφέρουν μόνο από επικοινωνιακή άποψη και συνεισφέρουν στη μεταβολή των πολιτικών συσχετισμών. Ως εδώ. Και υποθέτω είμαστε όλοι σύμφωνοι.

Τα δύσκολα αρχίζουν από εδώ και πέρα.

Υπάρχει κάποια ερμηνεία γιατί ο κ. Πελεγρίνης αισθάνθηκε την ανάγκη να πει ό,τι είπε σε μια επετειακή εκδήλωση της Βουλής αφιερωμένη στη Μικρασιατική Καταστροφή; Η απάντηση προφανώς ανάγεται στη σφαίρα της πολιτικής και δεν έχει να κάνει με την επιστημολογία των ιστορικών επιστημών, δεν έχει να κάνει καν με τα επίπεδα της ιστορικότητας. Ευσυνείδητος ο κ. Πελεγρίνης έδωσε με γενναιότητα μόνος τη μάχη της συγκρότησης της κυβερνητικής ιστορικής αφήγησης, όταν απουσίαζε ο κατά κανόνα σκεπτικιστής απέναντι στην ιστορία που διδάσκεται στα ελληνικά σχολεία υπουργός του, όπως απουσίαζε και η αναπληρώτρια υπουργός κ. Αναγνωστοπούλου, που μας έδωσε πριν από μερικά χρόνια ένα εμβριθές βιβλίο για την πρόσφατη ιστορία των ελληνορθόδοξων κοινοτήτων στη Μικρά Ασία και δικαίως πρέπει να θεωρηθεί ως απολύτως ειδική.

Η συνηθισμένη αυτή κρισιακή συμπεριφορά του πολιτικού μας προσωπικού θα περνούσε απαρατήρητη, αν ο κ. Πελεγρίνης ήταν κάπως πιο συμβατικός. Η νεωτεριστική διάθεσή του τον έριξε σε έσχατο κίνδυνο.

Μεταξύ άλλων ο κ. Α. Λιάκος έσπευσε να φουσκώσει το ζήτημα με μια οξεία επίθεση κατά του υφυπουργού από τις στήλες της «Εφημερίδας των Συντακτών» (φ. 21.09.2016) και με τίτλο «Δημόσια Ιστορία και ανευθυνότητα». Θεώρησε ότι αυτά που είπε ο κ. Πελεγρίνης ανήκουν στους «επίσημους λόγους που εκφωνούνται στις ιστορικές επετείους, έχουν και σημασία και βάρος, γιατί αφορούν το παρελθόν· συγκροτούν τη δημόσια Ιστορία, και αυτή με τη σειρά της τον καμβά πάνω στο οποίο πλέκεται η ταυτότητα ενός λαού». Το είπε και τελείωσε με όλους όσους ασχολούνται με την ιστορία. Υπάρχει μια δημόσια Ιστορία, που συγκροτείται από τους επίσημους λόγους και συνιστά το πλαίσιο πάνω στο οποίο «πλέκεται» η ταυτότητα ενός λαού. Αλήθεια, ποια ταυτότητα; Κάθε άνθρωπος και κάθε λαός δεν έχει μια, αλλά πολλές ταυτότητες ταυτοχρόνως και η ιστορία μιας κοινωνίας προσπαθεί να αφηγηθεί το σύνολο των υποσυνόλων. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Κι αν ακόμη παραδεχτούμε και αποδώσουμε αυτή τη σημασία στους επίσημους λόγους, τότε τι απομένει στους ιστορικούς; Τίποτα άλλο εκτός από μια αυτιστική επιστημονική ιδιώτευση, που σπανίως ξεπερνά τους τοίχους των πανεπιστημιακών αιθουσών. Η συμμετοχή των ιστορικών ως ιστορικών στην «πλεκτική» ή στην όποια άλλη τέχνη της δημόσιας σφαίρας φαίνεται ότι είναι μηδαμινή, εφόσον έχουν υποσκελισθεί από τους φορείς των επετειακών λόγων. Οι πολιτικοί ρήτορές μας «ούτω δεξιοί εισιν», όπως ειρωνεύεται ο Σωκράτης στον πλατωνικό Μενέξενο.

Υπάρχει όμως ετέρα κορωνίς: Αυτοί οι επίσημοι λόγοι «αφορούν κατ’ εξοχήν την εκπαιδευτική πολιτική και την πολιτική του πολιτισμού». Γιατί; Υπονοείται προφανώς ότι όσοι εκφέρουν τους λόγους αυτούς έχουν και άλλες δυνατότητες, έχουν και άλλες ταυτότητες με μεγαλύτερη επιτελεστικότητα, με μεγαλύτερη επιβολή από όση ο λόγος που εκφωνούν· στο μεγάλο σχολείο της κοινωνίας μυστικοποιούν τις σχέσεις συμβολικής βίας. Αν είναι έτσι, τότε οι «δημόσιοι λόγοι ιστορίας» ελάχιστη σημασία έχει αν είναι «λόγοι κύρους και ευθύνης» και ας μην καμωνόμαστε ότι μπορεί να είναι διαφορετικά. Αν ήταν μάλιστα διαφορετικά, δεν θα έπρεπε ο υφυπουργός κ. Πελεγρίνης να ομιλήσει με «επικίνδυνη απερισκεψία».

Το στοίχημα πάντως παραμένει: «είναι καιρός ένας σημαντικός τόπος μνήμης, όπως η Μικρασιατική Καταστροφή, να ιστορικοποιηθεί και να βρει τη θέση που του ταιριάζει και στη δημόσια Ιστορία». Με άλλα λόγια, μαθαίνουμε, οι ιστορικοί δεν έχουν κάνει έως τώρα καλά τη δουλειά τους. Αφησαν ένα μεγάλο γεγονός, όπως η Μικρασιατική Καταστροφή, χωρίς ιστορική έκφραση. Δικαιολογούνται (και συγχωρούνται) λοιπόν όσοι διατυπώνουν τους επίσημους λόγους στην ιστορική επέτειό της, εφόσον δεν μπορούν να βασιστούν σε αντάξια της σημασίας της επιστημονικά έργα.

Τρίτος αναβαθμός: το υπουργείο Παιδείας έχει υπουργό, τον κ. Φίλη, με υφυπουργούς, τον κ. Πελεγρίνη και την κ. Αναγνωστοπούλου, αλλά εκτός από αυτή την ταυτότητα οι δύο από τους τρεις (και μαζί τους και ο κ. Λιάκος) έχουν και μια άλλη, είναι τα θύματα μιας αντίδρασης που εγείρεται εναντίον τους, επειδή τα αντιπολιτευόμενα κόμματα όχι μόνο είναι ιστορικώς αστοιχείωτα αλλά και ο δημόσιος λόγος κατατρύχεται από «έναν μπανάλ εθνικισμό», στον οποίο δε συνεισφέρουν οι δύο εκ των τριών (και ο κ. Λιάκος) και γι’ αυτό πλήττονται. Να λοιπόν που ο εθνικισμός είναι μπανάλ και μένει να ακούσουμε ποιος είναι ο μη μπανάλ εθνικισμός. Εχει η αριστερά εθνικισμό και μάλιστα μη μπανάλ; Δεν μπορώ να απαντήσω. Θυμούμαι μόνον ότι το σημαντικό έργο του Δημήτρη Γληνού, «Εθνος και γλώσσα», ολοκληρωμένο εκεί κοντά στη Μικρασιατική Καταστροφή, στιγματίστηκε ασυλλόγιστα κάποτε ως το πιο εθνοκεντρικό έργο του.

*Ο κ. Χάρης Μελετιάδης είναι καθηγητής στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστήμιου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ