ΚΟΣΜΟΣ

Αναστολή συμφωνίας με τις Ην. Πολιτείες ζήτησε ο Πούτιν

AFP, REUTERS

Ομπάμα και Πούτιν σε παλαιότερη συνάντησή τους στη Βόρεια Ιρλανδία. Η πρόσφατη κλιμάκωση της κρίσης στη Συρία βύθισε στο ναδίρ τις σχέσεις ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Μόσχα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σε μια νέα ένδειξη επιταχυνόμενης επιδείνωσης των αμερικανορωσικών σχέσεων υπό την καταλυτική επίδραση του συριακού προβλήματος, ο Βλαντιμίρ Πούτιν ζήτησε χθες από τη ρωσική Δούμα (Βουλή) να αναστείλει την εφαρμογή μιας σημαντικής συμφωνίας για τον περιορισμό των πυρηνικών όπλων.

Πρόκειται για τη συμφωνία που υπεγράφη το 2010 από τον Ρώσο υπουργό Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ και τη Χίλαρι Κλίντον, η οποία εκείνη την εποχή ήταν επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ. Η συμφωνία υποχρέωνε τις δύο πυρηνικές υπερδυνάμεις να καταστρέψουν, η καθεμιά, 34 τόνους εμπλουτισμένου πλουτωνίου, ποσότητα ραδιενεργού υλικού που επαρκεί για την κατασκευή περίπου 17.000 πυρηνικών όπλων. Η συμφωνία είχε χαιρετιστεί, στην εποχή της, ως βήμα προς τον πυρηνικό αφοπλισμό και μέτρο οικοδόμησης εμπιστοσύνης μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας. Ωστόσο η κρίση στην Ανατολική Ουκρανία, η ενσωμάτωση της Κριμαίας στη Ρωσική Ομοσπονδία και η πρόσφατη, δραματική επιδείνωση της κατάστασης στη Συρία επιδείνωσαν αισθητά την ατμόσφαιρα των αμερικανορωσικών σχέσεων.

Δικαιολογώντας την εισήγηση του Ρώσου προέδρου στη Δούμα, ο Σεργκέι Λαβρόφ δήλωσε ότι «στέλνει σαφές μήνυμα στην Ουάσιγκτον πως κάθε απόπειρα να συνομιλήσει με τη Μόσχα από θέση ισχύος, με τη γλώσσα των κυρώσεων και των τελεσιγράφων, είναι καταδικασμένη να αποτύχει». Από την πλευρά του, ο εκπρόσωπος Τύπου του Κρεμλίνου, Ντιμίτρι Πεσκόφ, ισχυρίστηκε ότι επί μεγάλο διάστημα η Ρωσία εφάρμοζε μονομερώς τη συμφωνία, καθώς οι ΗΠΑ αθέτησαν σειρά υποχρεώσεών τους, αλλά ότι δεν είναι πλέον διατεθειμένη να πράττει το ίδιο λόγω των «μη φιλικών ενεργειών» της αμερικανικής κυβέρνησης, που θέτουν σε κίνδυνο τη «στρατηγική ισορροπία».

Αξιώσεις

Στο σχετικό σχέδιο νόμου που κατατέθηκε στη Δούμα, σημειώνεται ότι η Ρωσία είναι έτοιμη να επανέλθει στην εφαρμογή της συμφωνίας για το πλουτώνιο, εφόσον οι ΗΠΑ μειώσουν τα στρατεύματά τους στα νέα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Ευρώπη, άρουν τις κυρώσεις στη Ρωσία και αποζημιώσουν τη χώρα για τη ζημιά που έχει υποστεί. Αξιώσεις που μάλλον τίθενται για προπαγανδιστικούς λόγους, αφού δεν υπάρχει ρεαλιστική πιθανότητα αποδοχής τους από την κυβέρνηση Ομπάμα, τουλάχιστον σ’ αυτή τη φάση.

Την αίσθηση της οριστικής ρήξης μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας στο Συριακό ήρθε να ενισχύσει και η χθεσινή ανακοίνωση του Ρώσου υφυπουργού Εξωτερικών Γκενάντι Γκατίλοφ ότι οι Αμερικανοί σταμάτησαν κάθε ανταλλαγή πληροφοριών με τη ρωσική πλευρά. Σε άλλες δηλώσεις του, ο Γκατίλοφ ανακοίνωσε ότι η χώρα του δεν δέχεται, στην παρούσα μορφή του, το σχέδιο που έχει καταθέσει η Γαλλία στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ για την ανθρωπιστική κρίση στο Χαλέπι, υποστηρίζοντας ότι «πολιτικοποιεί» το πρόβλημα. Ο Ρώσος διπλωμάτης διευκρίνισε επίσης ότι η χώρα του δεν είναι διατεθειμένη να συζητήσει το μέλλον του Σύρου προέδρου Μπασάρ Ασαντ, παρά μόνο την επίτευξη νέας συμφωνίας για κατάπαυση του πυρός.

Στο μεταξύ, τουλάχιστον 15 αντικαθεστωτικοί αντάρτες του Ελεύθερου Συριακού Στρατού (FSA) σκοτώθηκαν από το Ισλαμικό Κράτος στη διάρκεια συγκρούσεων, στα περίχωρα της πόλης Αλ Ράι. Οι δυνάμεις του FSA, που υποστηρίζονται από τον τουρκικό στρατό και την αμερικανική αεροπορία, βιάζονται να καταλάβουν το Νταμπίκ, μια μικρή και όχι ιδιαίτερα σημαντική, από στρατηγική άποψη, πόλη στον συριακό Βορρά, που έχει όμως τεράστια συμβολική σημασία για τους τζιχαντιστές: πιστοί σε μια Αποκαλυπτική προφητεία, οι φανατικοί του Ισλαμικού Κράτους πιστεύουν ότι στο Νταμπίκ θα δοθεί η «τελική μάχη» ανάμεσα στους μουσουλμάνους και τους απίστους, που θα σημάνει την Ημέρα της Κρίσεως.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ