ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η Βρετανία στον δρόμο του «σκληρού Brexit»

HOLGER SCHMIEDING*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΛΥΣΗ

Την Κυριακή, η Βρετανίδα πρωθυπουργός Τερέζα Μέι ανακοίνωσε ότι η Βρετανία θα αρχίσει το αργότερο έως τα τέλη Μαρτίου του 2017 επίσημες διαπραγματεύσεις για την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Το 2017 θα ακυρώσει νόμο του 1972, με τον οποίον ίσχυε όλη η ευρωπαϊκή νομοθεσία στη Βρετανία, αν και για να περιορίσει την αναταραχή αρχικά η βρετανική κυβέρνηση θα μεταφέρει αυτούσιους όλους τους ευρωπαϊκούς νόμους στο εσωτερικό δίκαιο. Σημαντικές αλλαγές σε αυτούς τους νόμους θα είναι δυνατές μόνον αφότου φύγει η Βρετανία επισήμως από την Ε.Ε. Το σημαντικότερο είναι ότι η κ. Μέι φαίνεται να κλίνει προς το λεγόμενο «σκληρό Brexit», διότι τόνισε πως η Βρετανία δεν σκοπεύει να ανακτήσει την εθνική της κυριαρχία μόνο και μόνο «για να την παραδώσει ξανά».

Η κ. Μέι στην ομιλία της στο συνέδριο των Συντηρητικών επικεντρώθηκε σε ζητήματα που έχουν μεγάλη σημασία για τους Βρετανούς ψηφοφόρους, όπως ο περιορισμός της μετανάστευσης από χώρες-μέλη της Ε.Ε.

Κατά τη γνώμη μας ένα «σκληρό Brexit», στο πλαίσιο του οποίου η Βρετανία θα θέσει αυστηρούς περιορισμούς στη μετανάστευση από την Ε.Ε., υπάρχει ο κίνδυνος να προκαλέσει τη σημαντικότερη ζημιά στη βρετανική οικονομία μακροπρόθεσμα. Η Ενωση δεν πρόκειται να συμβιβαστεί όσον αφορά στις τέσσερις θεμελιώδεις ελευθερίες για χάρη της Βρετανίας.

Ο μόνος τρόπος ώστε η Βρετανία να διατηρήσει πρόσβαση στην κοινή ευρωπαϊκή αγορά είναι να ανοίξει τις πόρτες της στους Ευρωπαίους πολίτες. Αρχικά, «σκληρό Brexit» σημαίνει ότι οι τράπεζες θα χάσουν το δικαίωμα να προσφέρουν υπηρεσίες στην Ενωση έχοντας βάση στη Βρετανία. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το ποσοστό των βρετανικών τραπεζικών υπηρεσιών που θα πληγούν εκτιμάται μεταξύ 10% και 20%.

Το 2015 η Βρετανία είχε εξαγάγει τραπεζικές και ασφαλιστικές υπηρεσίες ύψους 26 δισ. λιρών (ή το 1,4% του βρετανικού ΑΕΠ) στην Ε.Ε. Η μείωση αυτών των εξαγωγών κατά ας πούμε 20% θα συνεπαγόταν πτώση του βρετανικού ΑΕΠ κατά 0,3%. Με την πάροδο του χρόνου, αυτή η απώλεια και η μείωση των ξένων επενδύσεων που συνεπάγεται θα αθροιστούν σε σημαντική πτώση του ΑΕΠ. Αν και το Λονδίνο θα παραμείνει το κύριο χρηματοπιστωτικό κέντρο της Ευρώπης, ο περιορισμός στην πρόσβαση στην κοινή αγορά σημαίνει πως ορισμένες εταιρείες θα μετακομίσουν στην Ε.Ε. προκειμένου να διασφαλίσουν πλήρη πρόσβαση στην κοινή ευρωπαϊκή αγορά. Ενα «σκληρό Brexit» θα μπορούσε επίσης να απειλήσει και την ελεύθερη πρόσβαση στην κοινή αγορά για βρετανικά προϊόντα. Μπορεί ο βραχυπρόθεσμος αντίκτυπος του Brexit στη βρετανική οικονομία να ήταν πιο περιορισμένος απ’ όσο προβλεπόταν, ωστόσο η είδηση ότι η Βρετανία κινείται προς το «σκληρό Brexit» ενισχύει την άποψή μας πως η έξοδος από την Ε.Ε. θα πλήξει τη βρετανική οικονομία μέσω του περιορισμού των εμπορικών συναλλαγών, του περιορισμού των επενδύσεων και της μετανάστευσης με την Ε.Ε. Σχεδόν οι μισές από τις βρετανικές εξαγωγές κατευθύνονται προς την Ενωση και αποτελούν το 12% του βρετανικού ΑΕΠ. Είναι απερίσκεπτο, το λιγότερο, να προκαλεί η ίδια η Βρετανία τόσο σοβαρά προβλήματα στην πρόσβασή της στη μεγαλύτερη αγορά της τη στιγμή που ήδη έχει υψηλό δημόσιο χρέος, υψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και έντονες ανισορροπίες σε σημαντικούς τομείς της οικονομίας της.

Δεδομένου ότι μεγάλη μερίδα των Βρετανών ψηφοφόρων που είχαν υποστηρίξει το Brexit το είχαν κάνει για οικονομικούς λόγους, όπως χαμηλές αμοιβές, φτωχές εργασιακές προοπτικές κτλ., ένα «σκληρό Brexit» μόνο θα επιδείνωνε την κατάσταση και, τελικά, θα μπορούσε να προκαλέσει αρνητικές συνέπειες στο εσωτερικό της Βρετανίας.

* Ο κ. Holger Schmieding είναι επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg Bank.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ