ΒΙΒΛΙΟ

Γιατί, άραγε, είναι απαραίτητες οι ιστορίες γέλιου;

ΔΗΜΟΣ ΣΠΑΘΑΡΑΣ*

Jean-Antoine Watteau, «Pierrot» (1719).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΛΥΧΡΟΝΑΚΗΣ
Πιερότοι ποιητές στην εποχή
της παρακμής. Το γέλιο
ως επιθανάτιος ρόγχος
εκδ. Αλεξάνδρεια

Ισως για λόγους αυτοπροστασίας, το γέλιο δεν υποτάσσεται εύκολα σε ορισμούς. Μαθαίνουμε να μιλάμε πριν μάθουμε γραμματικούς κανόνες και γελάμε χωρίς να γνωρίζουμε τη «γραμματική» του γέλιου. Οι κρατούσες θεωρίες –«ανωτερότητα», «ασυναρτησία», «απελευθέρωση»– συλλαμβάνουν όψεις μόνο της φαινομενολογίας του γέλιου, ακριβώς επειδή επιχειρούν να το ορίσουν ολιστικά, εστιάζοντας στην ψυχολογία και παραβλέποντας τον πολιτισμό.

Αλλοτε, πάλι, γελαστικά επεισόδια που συναντούμε στη λογοτεχνία και τις τέχνες επιβάλλουν ερμηνείες που προϋποθέτουν και τις τρεις αυτές θεωρήσεις του γέλιου. Επιπλέον, η «ανωτερότητα», η «ασυναρτησία» και η «απελευθέρωση», ιδίως οι δύο πρώτες, δεν εξηγούν πώς προκαλείται το γέλιο. Με άλλα λόγια, υπάρχει αιτιακή σχέση ανάμεσα στην αίσθηση ανωτερότητας ή την αναγνώριση του «ασυνάρτητου» και το γέλιο ως σωματική αντίδραση;

Οσο κι αν η περί γέλιου θεωρητική τριάδα μάς βοηθά να κατανοήσουμε το χιούμορ και το κωμικό, όταν έρχεται αντιμέτωπη με το ίδιο το γέλιο παρουσιάζει σοβαρές ερμηνευτικές αμηχανίες. Οι τίτλοι των κειμένων στα οποία αναπτύσσονται οι σχετικές θεωρίες είναι δηλωτικοί: π.χ. ο Φρόιντ μελετά τα ανέκδοτα και ο Bergson «τη σημασία του κωμικού». Οταν ο μελετητής επιχειρεί να προσεγγίσει τα ποικίλα σενάρια γέλιου που βρίσκει στις πηγές του ή την πληθώρα εννοιών που δηλώνουν ποιότητες και εντάσεις του γέλιου (γελοιοποίηση, κλαυσίγελως, χλεύη, σκώμμα, χάχανο, ξεκάρδισμα κ.ά.), η περιγραφική επάρκεια των θεωριών του γέλιου συρρικνώνεται σημαντικά.

Γιατί, όμως, χρειαζόμαστε ιστορίες του γέλιου; Μια πιθανή απάντηση είναι ότι το γέλιο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δείκτης των ευαισθησιών που χαρακτηρίζουν τις κοινωνίες που μελετούμε και των κανονικοτήτων που τις συνέχουν.

Το γέλιο στη λάθος θέση, για να παραφράσουμε εκτός συμφραζομένων τη Mary Douglas, μπορεί να νοηθεί ως ακραία πράξη ανυπακοής στις συνήθως αγέλαστες εξουσίες. Υπάρχει άραγε κάτι πιο ανησυχητικό από το «ανέκφραστο» γέλιο του Διονύσου στις Βάκχες και κάτι πιο επικίνδυνο από το «νευρικό» γέλιο που προσπαθεί να συγκρατήσει ο Δίων Κάσσιος μασώντας φύλλα δάφνης, όταν παρακολουθεί τον Κόμμοδο, ως άλλο Ηρακλή, να επιδίδεται σε βίαιους θεατρινισμούς παριστάνοντας τον μονομάχο και αποκεφαλίζοντας στρουθοκαμήλους;

Συνεπώς, το γέλιο –με τι γελάμε, τι γελοιοποιούμε, πώς γελάμε– λειτουργεί ως πολιτισμικός δείκτης αξιακών και αισθητικών προτεραιοτήτων, ως εργαλείο που μας επιτρέπει να ανιχνεύσουμε τις προγραμματικές στοχεύσεις φιλοσοφικών και λογοτεχνικών ρευμάτων. Ο λόγος περί γέλιου προϋποθέτει και συγκροτεί μια θέαση του κόσμου.

Το βιβλίο του Πολυχρονάκη είναι μια ευπρόσδεκτη προσθήκη στη θάλλουσα διεθνή βιβλιογραφία του γέλιου. H κριτική ματιά του συγγραφέα στρέφεται κυρίως στον ρομαντισμό – καλύπτοντας τη φιλοσοφία, την αισθητική και τη λογοτεχνία του 19ου και των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Κεντρικός άξονας της επιμερισμένης σε τρία κεφάλαια μελέτης του Πολυχρονάκη είναι η έννοια του απόλυτου κωμικού, «το γέλιο για το γέλιο», όπως αναπτύσσεται στο δοκίμιο του Μπωντλαίρ «Περί της ουσίας του γέλιου». O Πολυχρονάκης μελετά κυρίως τη λογοτεχνία και τη φιλοσοφία, αλλά η προσέγγισή του φέρνει διαρκώς στο προσκήνιο τη σχέση του κωμικού με τον πολιτισμό στον οποίο παράγονται τα κείμενα που προσελκύουν το ενδιαφέρον του, την πολιτική, αλλά και τις μεταπλάσεις της χριστιανικής μεταφυσικής – ιδίως την έννοια της «πτώσης» εν αναφορά προς το γέλιο ανωτερότητας. Συζητώντας τη ρομαντική ειρωνεία, εξετάζει στοχαστικά τη θεωρητική θεμελίωση και τη λογοτεχνική πραγμάτωση της έννοιας του «διχασμένου εαυτού».

Στο δεύτερο κεφάλαιο, ο Πολυχρονάκης επεκτείνει τις ερμηνευτικές προοπτικές της «ρομαντικής ειρωνείας», δείχνοντας πώς ο πιερότος με τη δύσμορφη σωματικότητά του αναδεικνύεται σε σύμβολο της ταυτοτικής συγκρότησης των ποιητών της παρακμής. Η οικειοποίηση του αφελούς πιερότου της commedia dell’ arte από τους μοντέρνους ποιητές ευνοεί το κατ’ εξοχήν σωματικό και γι’ αυτό εξορισμένο από τη νοησιαρχία γέλιο.

Ετσι, η ακροβατική ελαστικότητα του πιερότου λειτουργεί ως μετωνυμία της απεριόριστης και παιγνιώδους φαντασίας του ποιητή. Στο τρίτο κεφάλαιο, ο συγγραφέας στρέφει την προσοχή του στην εγχώρια λογοτεχνική παραγωγή. Εδώ, οι επιμέρους ενότητες αφιερώνονται σε μια σειρά από λογοτέχνες (ανάμεσά τους ο Βιζυηνός, ο Ουράνης και ο Καρυωτάκης), αλλά προηγείται μια σημαντική γραμματολογική επισκόπηση που φωτίζει τις επιπτώσεις των ιδεολογικών προτεραιοτήτων του 19ου αιώνα στις αναγνώσεις του από τη φύση του ανυπότακτου και ενίοτε βωμολοχικού γέλιου.

Με μια λέξη, το βιβλίο του Πολυχρονάκη είναι στοχαστικό. Επειδή τα όρια των αναζητήσεών του και οι ερμηνευτικές του αξιώσεις –πολιτισμικές, φιλοσοφικές και λογοτεχνικές– υπερβαίνουν κατά πολύ τα εγχώρια δεδομένα, θα πρότεινα μια διεθνή έκδοση.

*Ο κ. Δήμος Σπαθαράς διδάσκει Αρχαία Ελληνική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ