ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ

Μονοπάτια και οάσεις στην Κορινθία

ΧΡΥΣΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Τα χωριά της ορεινής Κορινθίας βρίσκονται μόλις δύο ώρες από την Αθήνα, μια ανάσα από το Κιάτο και το Ξυλόκαστρο. Τα χρώματα εναλλάσσονται, το πράσινο δίνει τη θέση του στο γκρίζο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μόλις δύο ώρες από την Αθήνα βρίσκονται τα χωριά της ορεινής Κορινθίας, μια ανάσα από το Κιάτο και το Ξυλόκαστρο. Καθώς αφήνει ο επισκέπτης πίσω του τη θάλασσα και ανεβαίνει από το Κιάτο προς τα βουνά και τα οροπέδια, στη σκιά των ορέων του Χελμού και Σαϊτά, στον Νομό Κορινθίας, με προορισμό τα χωριά που είναι διάσπαρτα στις πλαγιές, περνάει από γεωργικούς και κτηνοτροφικούς οικισμούς, απομονωμένα εξοχικά σπίτια και ξενώνες, ως επί το πλείστον πέτρινα οικήματα με ξύλινα παράθυρα, με υλικά που εναρμονίζονται με το περιβάλλον.

Τα χρώματα εναλλάσσονται, το βαθύ πράσινο δίνει τη θέση του στο γκρίζο, η ποικιλία των δέντρων δημιουργεί συνθέσεις στις οποίες ταιριάζουν τα οπωροφόρα με τα κωνοφόρα, τα αμπέλια με τα πλατάνια, τις καστανιές, τις μουριές, τις κυδωνιές και τις καρυδιές. Ακόμα και το χρώμα του χώματος στις πλαγιές των ορέων είναι πότε έντονο καστανό πότε στα χρώματα του ψαμμίτη, στο κόκκινο και το ροζ. Πυκνά δάση στις πλαγιές του βουνού με πεύκα και έλατα κατεβαίνουν μέχρι τον στενό δρόμο που ενώνει τους οικισμούς, τις διάφορες πλαγιές και τα οροπέδια τα γεμάτα καλλίγραμμα χωράφια, όπου καλλιεργούνται φασόλια, φακές, πατάτες, ακόμα και μανιτάρια.

Αν θέλει κανείς να βρεθεί σε μια ξεχασμένη Ελλάδα, αυτή που φέρνει στον νου τη δεκαετία του ’70, ας επισκεφθεί το χωριό Παναρίτι, το οποίο είναι κρυμμένο πίσω από απότομες πλαγιές, τις γεμάτες έλατα και πλατάνια. Μόλις μπει στο χωριό θα συναντήσει ευρύχωρα σπίτια με αυλές, παράθυρα με γλάστρες, δρόμους ανηφορικούς που οδηγούν στο Γυμνάσιον, όπως μας πληροφορεί η επιγραφή στην πλαϊνή πλευρά του σχολείου. Εδώ φιλοξενούνται μόλις έντεκα μαθητές, οι οποίοι απολαμβάνουν την ησυχία του τοπίου, τις καλόγουστες φωτογραφίες και αφίσες, καθώς και τις ζωγραφιές με θέματα από την αρχαία ιστορία, στους τοίχους των διαδρόμων και των αιθουσών του σχολείου.

Ολα φιλικά

Ολα, νοικοκυρεμένα και φιλικά, δημιουργούν ζεστή και ευχάριστη ατμόσφαιρα για τον μαθητή, τον δάσκαλο και τον επισκέπτη. Και αν καμιά φορά ο μαθητής γοητευτεί από την πανδαισία των φθινοπωρινών χρωμάτων, που φαίνονται από τα μεγάλα παράθυρα των αιθουσών, και αφήσει τη φαντασία να ταξιδέψει, ο δάσκαλος μπορεί να επιτρέψει τα στιγμιαία πετάγματα, τα ανοίγματα του περίεργου εφήβου στο άγνωστο, στα μυστήρια της φύσης. Ο στενός δρόμος, που ενώνει το Παναρίτι με τον κεντρικό δρόμο που οδηγεί στο οροπέδιο του Φενεού και τη λίμνη Δόξα, περνάει από το χωριό Βελίνα και, αφού αφήνει τη διασταύρωση κοντά στο Κλημέντι, συνεχίζει προς τη Στυμφαλία και τα χωριά, όπως την Καστανιά, που είναι περιτριγυρισμένη από έλατα, καρυδιές και καστανιές, την Μοσιά και το Μεσινό. Και λίγο ψηλότερα βρίσκεται το χωριό Γκούρα, μία «βεράντα» με θέα την πεδιάδα, στους πρόποδες του όρους Κυλλήνη ή Ζήρεια, πολύ κοντά στη λίμνη Δόξα.

Το σημείο, όπου κάποτε υπήρχε η Στυμφαλία λίμνη, είναι καλυμμένο με καλαμιές, και στο γκριζωπό γρασίδι στέκουν μοναχικά διάσπαρτα ψηλά δέντρα, ενώ τα ερείπια της αρχαίας Στυμφαλίας, στη βόρεια πλευρά της λίμνης, όχι μακριά από το γραφικό χωριό Καλλιάνοι, συνδέουν το παρόν με το παρελθόν, υπενθυμίζουν τη σπουδαιότητα της θέσης, τονίζουν τον πλούτο σε φυσικές ομορφιές, τις γόνιμες εκτάσεις, τη δημιουργία οικισμών και πολιτιστικών κυψελών. Κοντά στο χωριό της Στυμφαλίας, άλλωστε, στέκουν επιβλητικά τα ερείπια της Μονής Ζαρακά, με τους ογκόλιθους να δεσπόζουν στον χώρο. Πρόκειται για τα ερείπια οχυρωμένου μοναστηριακού συγκροτήματος από τον 13ο αιώνα, την εποχή της Φραγκοκρατίας.

Η ιδιαίτερη αποκάλυψη έρχεται μόλις βρεθεί κανείς στον περιμετρικό δρόμο της τεχνητής λίμνης Δόξα –η κατασκευή της οποίας ολοκληρώθηκε περί τα τέλη της δεκαετίας του ’90–, στο εύφορο οροπέδιο του Φενεού. Στα νερά της καθρεφτίζονται τα έλατα που πέφτουν μέχρι χαμηλά από τις πλαγιές του βουνού, ενώ εναλλάσσονται τα πλατάνια με τα κωνοφόρα στις όχθες της λίμνης. Οι σκιές των πυκνών δέντρων τρεμοπαίζουν στα νερά, τα οποία αγγίζουν τα ερείπια του παλαιού μοναστηριού του Αγίου Γεωργίου, στη στενή λωρίδα που ενώνει το κέντρο της λίμνης με την ξηρά και όπου δεσπόζει ο ναΐσκος του Αγίου Φανουρίου ή Παλαιομονάστηρου, όπως ονομαζόταν κάποτε, ενώ σε μια πλαγιά ξεπροβάλλει ανάμεσα από τα έλατα ένα τμήμα της μονής του Αγίου Γεωργίου, στην οποία λειτουργεί και ένα μικρό σχετικά μουσείο, όπως μας ενημερώνει ο ευγενικός «ξεναγός» μας στην περιοχή, ο κύριος Ανδρόνικος.

«Ζωγραφικοί πίνακες»

Μονοπάτια για περπάτημα, οάσεις με νερά, μουσεία και αρχαιολογικοί χώροι συνθέτουν ενιαίους και ποικίλους «ζωγραφικούς πίνακες», ενώ στενοί δρόμοι συνδέουν τα χωριά, αλλά και τους γειτονικούς νομούς, Αρκαδίας και Αχαΐας, τους πέτρινους ξενώνες και τα γραφικά εστιατόρια, που δυστυχώς σερβίρουν κυρίως κρέας – οι χορτοφάγοι θα δυσκολευτούν. Φιδωτά δρομάκια ενώνουν τους ψιθύρους της φύσης, αποκαλύπτουν μερικά από τα μυστικά αιώνων και κάνουν προσιτές τις απάτητες γωνιές της περιοχής, που είναι πνιγμένες από τις σκιές των δέντρων και των αμπελώνων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ