ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΡΕΒΕΛΑΚΗΣ*

Σχολική «Σύγκρουση των Πολιτισμών»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η ​​έλευση των προσφύγων εισήγαγε στην Ελλάδα ένα περίπλοκο πρόβλημα το οποίο βρήκε απροετοίμαστους κράτος και κοινωνία. Οι ενήλικοι πρόσφυγες έχουν κατά βάση υλικές ανάγκες· οι ανήλικοι, εκτός από στέγη, τροφή και περίθαλψη, χρειάζονται και σχολική παιδεία.

Η πρόθεση του υπουργείου Παιδείας να εντάξει 22.000 παιδιά στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα έχει προκαλέσει αντιδράσεις, ανησυχίες, πρόσφατα και κατηγορηματικές αρνήσεις, στους Ελληνες γονείς και κηδεμόνες. Η σχετική συζήτηση, μονόπλευρη, θεωρεί ότι κατ’ αρχήν η ενσωμάτωση στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα είναι η ενδεδειγμένη λύση για τα προσφυγόπαιδα· το πρόβλημα, επομένως, εστιάζεται στον περιβάλλοντα πολιτικοκοινωνικό χώρο. Ομως, εξ ορισμού, η παιδεία οφείλει να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των εκπαιδευομένων. Για πολλούς λόγους, οι ανάγκες των προσφυγοπαίδων δεν ταυτίζονται με το εντόπιο μαθητικό δεδομένο πλαίσιο.

Οι ήδη διαμορφωμένες προσωπικότητες των παιδιών αυτών δεν είναι tabula rasa, όπου οι διδάσκοντες θα εγγράψουν ανενόχλητοι γνώσεις, ιδέες και αξίες. Οι πρόσφυγες-μαθητές προέρχονται κατά κανόνα από συγκροτημένες μικροαστικές και μεσοαστικές οικογένειες οι οποίες λειτουργούσαν και λειτουργούν σε έναν πολιτισμό με βαθύτατες ρίζες. Το αξιακό τους σύστημα είναι θεμελιωμένο σε μια θρησκευτική ταυτότητα η οποία, εκτός από το ότι διαφοροποιείται από την ελληνική, δεν έχει υποστεί κατά κράτος τη διαβρωτική επίδραση της νεωτερικότητας.

Επιπλέον τα παιδιά αυτά έχουν βιώσει τραυματικές εμπειρίες οι οποίες τα έχουν καταστήσει πολύ ωριμότερα από τους ομηλίκους τους. Τέλος, είναι πεπεισμένα ότι η παρουσία τους στην Ελλάδα είναι παροδική· προς τι, λοιπόν, να προσαρμοστούν στο γλωσσικό περιβάλλον, εφ’ όσον ευελπιστούν και επιδιώκουν να το εγκαταλείψουν το ταχύτερο δυνατόν; Οι απαντοχές αυτές προδιαθέτουν αρνητικά και δυσχεραίνουν την προσαρμογή.

Η επικείμενη ένταξη των προσφύγων-μαθητών στο ελληνικό σχολείο συνεπάγεται δυσκολίες και προσκόμματα. Κατ’ αρχήν, η συνύπαρξη αγοριών και κοριτσιών προκαλεί ένα πολιτισμικό σοκ, καθώς αντιφάσκει με τις θεσμικές κοινωνικοθρησκευτικές αντιλήψεις. Οι οικογένειες αντιμετωπίζουν με καχυποψία ένα εκπαιδευτικό σύστημα στελεχωμένο και απευθυνόμενο σε χριστιανούς· δεν έχουν χαθεί από τη συλλογική μνήμη των λαών της Ανατολής οι παλαιές χριστιανικές προσπάθειες για προσηλυτισμό – αδιάφορο αν οφείλονταν σε ορθοδόξους ή προτεστάντες.

Οι συνθήκες αυτές προοιωνίζονται μεγάλες και σοβαρές δυσλειτουργίες στις τάξεις οι οποίες θα υποδεχθούν προσφυγόπουλα. Οι διδάσκοντες πρέπει να επιδείξουν εφευρετικότητα και πρωτοβουλία η οποία, ακόμη και αν λειτουργήσει σε μεμονωμένες περιπτώσεις, θα κατασταλεί από τους αποπνικτικούς κανόνες του εκπαιδευτικού συστήματος. Η σχολική συνύπαρξη ενδέχεται να εκληφθεί ως πολιτισμική πρόκληση, οπότε θα οδηγήσει τα προσφυγόπαιδα σε «γκετοποίηση», δηλαδή σε αυτοαπομόνωση. Τέτοιες καταστάσεις επιφέρουν αναπόφευκτα τριβές γύρω από στάσεις, συμπεριφορές και αξίες.

Υπάρχει και ένας μακροπρόθεσμος κίνδυνος, εφόσον η «ελληνική παιδεία» των προσφυγοπαίδων δεν αποτελέσει απλώς μια σύντομη παρένθεση με ασήμαντα εκπαιδευτικά αποτελέσματα, αλλά παραταθεί. Η πολιτισμική και κοινωνική ένταση την οποία θα υποστούν τα ήδη ταλαιπωρημένα αυτά παιδιά θα τους δημιουργήσει αισθήματα εχθρότητας, ίσως και μίσους. Η φαινομενικά γενναιόδωρη εκπαιδευτική ιδέα, το άνοιγμα των ελληνικών σχολείων στους πρόσφυγες, ενδέχεται να εκθρέψει ακραίους φανατισμούς. Δεν μπορεί να αποκλείσει κανείς μελλοντικούς κινδύνους, δηλαδή εχθρικές συμπεριφορές και ενέργειες, ως απόρροια ενός συστήματος καταπίεσης και απόρριψης. Η τρομοκρατία στη Γαλλία ασκείται από Γάλλους υπηκόους τους οποίους το γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα αντιμετώπισε με «culture blindness» ανάλογη με την εθελοτυφλία του ελληνικού υπουργείου Παιδείας.

Τι δέον γενέσθαι; Δεν πρέπει, ασφαλώς, να αφεθούν τα προσφυγόπουλα χωρίς εκπαίδευση. Πρέπει, όμως, το έργο αυτό να ανατεθεί σε θεσμούς και πρόσωπα όσο το δυνατόν πολιτισμικά πλησιέστερα προς τους πρόσφυγες. Η Ελλάδα διαθέτει το απαιτούμενο δυναμικό, χάρη στις εξαιρέσεις από τις ανταλλαγές πληθυσμών, τις οποίες περιέλαβε η Συνθήκη της Λωζάννης. Οι Ελληνες μουσουλμάνοι, επί παραδείγματι, είναι σε πολύ καλύτερη θέση να υποδεχθούν και να πλαισιώσουν τους ομοθρήσκους τους απ’ ό,τι το φαινομενικά ουδέτερο, αλλά στην πραγματικότητα εντόνως εθνοκεντρικό εκπαιδευτικό σύστημα. Mutatis mutandis, αν υπήρχε ροή Ελλήνων προσφύγων στην Τουρκία, δεν θα ήταν εύλογο και πολύ περισσότερο αποδοτικό να ενταχθούν τα παιδιά τους στις εκπαιδευτικές δομές των Ρωμιών, παρά στα τουρκικά σχολεία;

Το νεόκοπο πρόβλημα των προσφύγων μάς φέρνει σε άμεση επαφή με τα προβλήματα τα οποία προανήγγειλε ο Samuel Huntington προ εικοσαετίας στη «Σύγκρουση των Πολιτισμών». Μια επιτυχής αντιμετώπιση προϋποθέτει πολιτισμική παιδεία και κατανόηση ως προς τις νέες αναπτυσσόμενες δυναμικές στη σχέση Δύσης και Ανατολής. Η Ελλάδα είναι σε θέση πολύ περισσότερο ευνοϊκή από τις καθαρά δυτικές κοινωνίες: διαθέτει την αναγκαία πολιτισμική συνάφεια με τους λαούς της Ανατολής – πάντα με την προϋπόθεση να παρακαμφθούν ιδεοληψίες, γραφειοκρατικές αγκυλώσεις και παρωχημένες γεωπολιτικές αντιδράσεις.

Το άρθρο αφορμάται από την εμπειρία του πειραματικού εκπαιδευτικού προγράμματος για προσφυγόπουλα στο κέντρο ΜΟΗΑ στην Καβάλα.

*Ο κ. Γιώργος Πρεβελάκης είναι καθηγητής Γεωπολιτικής στη Σορβόννη (Paris I).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ