ΜΟΥΣΙΚΗ

Μπράιαν Ινο και ambient μουσική, οι γνωστοί άγνωστοι!

ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΣΑΝΑΚΑΣ*

Μπράιαν Ινο: το άλμπουμ του «The Ship» είναι εμπνευσμένο από τον Τιτανικό και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, παραδείγματα εσχάτης ύβρεως σε έναν πλανήτη γενικευμένης παραφροσύνης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ισως στο μέλλον, τα ambient κομψοτεχνήματα του Eno, στα οποία ανήκει και το έργο «The Ship» που απολαύσαμε στη «Στέγη» του Ιδρύματος Ωνάση, να θεωρούνται ηλεκτρονική κλασική μουσική, συνιστώντας ήδη από τη δεκαετία του ’70 ένα υποδειγματικό είδος χάι τεκ ηχογλυπτικής. Κι όμως, ο ίδιος κινδυνεύει να μείνει στην Ιστορία απλώς ως ένας εκκεντρικός μουσικός συνεργάτης του David Bowie, των U2 ή των Talking Heads, ως ένας παραγωγός «τρελό διαμάντι» της ροκ βιομηχανίας.

Δυστυχώς, εκείνο που δεν γνωρίζει το ευρύ κοινό (άρα και η Ιστορία) είναι ότι ο Brian Eno, ως ασυνήθιστα ευρυμαθής και πολυμήχανος μουσικός ερευνητής, τραγουδοποιός, συνθέτης και «στυλίστας ήχων», έχει κορυφαία αισθητικά επιτεύγματα στο ενεργητικό του και με το αξεπέραστο έργο του έχει καθορίσει τις επιλογές και τις καριέρες δεκάδων διάσημων μουσικών και ακόμη περισσότερων αντεργκράουντ αντι-ηρώων. Ο Eno, όχι μόνο εκλαΐκευσε ιδιοφυώς θεωρίες και τεχνοτροπίες των ιστορικών πρωτοποριών και του μεταμοντερνισμού, αλλά άλλαξε με τις αναζητήσεις του τον ρουν τής «ποπ» μουσικής ιστορίας, διαμορφώνοντας ή επηρεάζοντας με καταλυτικό τρόπο μουσικά ρεύματα όπως το new wave, την electro-pop και εν γένει την ηλεκτρονική μουσική αισθητική των νεότερων γενεών.

Τα προσωπικά του άλμπουμ, όλα ιδιοσυγκρασιακού χαρακτήρα και υψηλών απαιτήσεων, με το έκδηλο πάθος για καινοτομία, την ηχοχρωματική πρωτοτυπία, την αχαλίνωτη φαντασία και την εκφραστική δυναμική τους, συνιστούν έργα τουλάχιστον εφάμιλλα με εκείνα των εμβληματικών συνθετών (John Cage, Michael Nyman, Gavin Bryars κ.λπ.), των διάσημων συγκροτημάτων και των σόλο μουσικών με τους οποίους ο ίδιος έχει συνεργαστεί, σε εμβληματικά έργα, από το 1970 μέχρι σήμερα. Από αυτή την άποψη, ο Eno παραμένει παρεξηγημένος, υποτιμημένος και... άγνωστος. Ακόμα και ο όρος «μουσικός παραγωγός» τον αδικεί. Δεν τον χωράει. Γιατί ποτέ του δεν υπήρξε απλώς ένας τεχνικός σύμβουλος ή ένας βοηθητικός μουσικός και ενορχηστρωτής (όπως κάθε τυπικός μουσικός παραγωγός) στο πλευρό των U2 ή του Bowie ή των Devo ή του Byrne. Η παρουσία του είχε αλλάξει τη ρότα όλων τους, έστω και προσωρινά, λειτουργώντας ο ίδιος σχεδόν εν είδει γκουρού, αφού οι προσωπικές του αντιλήψεις, ιδέες και καινοτομίες, έτσι όπως έχουν καταγραφεί στους σόλο δίσκους του της δεκαετίας του ’70, προαναγγέλλουν πολλά και σημαντικά από όσα διαδραματίστηκαν τις επόμενες δεκαετίες.

Αλλαξε την ιστορία

Για παράδειγμα, το ενδιαφέρον του Eno για τη διονυσιακή, επαναστατικού αισθητικού και στιχουργικού περιεχομένου, μουσική του Αφρικανού Fela Anikulapo Kuti, μεταλαμπαδεύτηκε από τον ίδιο ιδιοφυώς στο έργο των Talking Heads, αλλάζοντας τον προσανατολισμό της μουσικής τους στα άλμπουμ «More Songs About Buildings and Food», «Fear of Music» και «Remain in Light». Μάλιστα, η εν λόγω εμμονή οδηγήθηκε στο απόγειό της με το ριζοσπαστικό άλμπουμ ηλεκτρονικού ροκ αφρο-φουτουρισμού «My Life in Bush of Ghosts» (1981), την αριστουργηματική συνεργασία του Ινο με τον Ντέιβιντ Μπερν, εγκέφαλο των Talking Heads, καθώς και στο προσωπικό του άλμπουμ «Nerve Net» (1992).

Στους U2, πάλι, ο Eno μεταλαμπάδευσε ένα άλλο προσωπικό του ενδιαφέρον, εκείνο για το καινοτόμο γερμανικό ηλεκτρονικό ροκ της δεκαετίας του ’70, το kraut rock και το cosmic rock, με αποτέλεσμα τουλάχιστον το άλμπουμ «Achtung Baby» να κάνει όντως τη διαφορά και να παραμένει μία από τις πιο παράξενες και περίτεχνες δημιουργίες του συγκροτήματος. Ομως, ο Eno, ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, είχε συνεργαστεί με κορυφαίους εκπροσώπους του γερμανικού ηλεκτρονικού ροκ και πρωτοπόρους του μετα-ροκ, όπως οι Cluster και οι Harmonia, συνδιαμορφώνοντας μάλιστα την εξέλιξη του ήχου τους σε μια σειρά από στοχαστικά άλμπουμ απαράμιλλης γοητείας («Cluster & Eno» κ.λπ.). Διόλου τυχαία, αυτά τα άλμπουμ εξακολουθούν να εμπνέουν τους ηχοπλοηγούς της «Electronica» αλλά και της «Ambient» δισκογραφίας, ένα χώρο στον οποίο ο Eno εξακολουθεί να βασιλεύει, όπως αποδεικνύει το άλμπουμ «The Ship», έργο εμπνευσμένο από τον Τιτανικό και τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, παραδείγματα έσχατης ύβρεως σε έναν πλανήτη γενικευμένης παραφροσύνης. Στο εν λόγω άλμπουμ αντηχούν τα κορυφαία ambient αριστουργήματα του 20ού αιώνα, όλα έργα του Eno: «Music for Films», «Discreet Music», «Music for Airports», «On Land», «Shutov Assembly» κ.λπ.

Τι είναι η ambient

Αλλά σε τι ακριβώς συνίσταται η μουσική ambient; Θα χώριζα την ιστορία της σε τρεις εποχές. Στην πρώτη εποχή είχαμε την ambient των... δεινοσαύρων: η αρχέγονη φύση ως μουσική (η πηγή της ανθρώπινης μουσικότητας). Στη δεύτερη εποχή είχαμε την ambient της ανθρώπινης μουσικής: η μουσική υποβαθμισμένη σε απλή συνοδεία κάποιας δραστηριότητας, κάτι που μας βοηθά να δρούμε χωρίς να το προσέχουμε.

Στη συνέχεια ανέτειλε η σύγχρονη εποχή της ambient ως βιομηχανίας μουσικών χαπιών χαλάρωσης και ως υψηλής τέχνης. Η απαρχή έγινε στις πιο διακριτικές εκφάνσεις μελωδικής κλασικής μουσικής, στον ονειροπόλο ιμπρεσιονισμό, στις αναζητήσεις του Ερίκ Σατί για μια σοφιστικέ «μουσική επίπλωση», στους απόκοσμους ψιθύρους των αβανγκάρντ έργων τού Ξενάκη, του Ανρί και του Στοκχάουζεν, στον μινιμαλισμό του Λα Μόντε Γιανγκ κ.λπ. Παράλληλα αναπτύχθηκαν το easy listening, η lounge-pop-jazz, αλλά και η musak: μια βιομηχανικών προδιαγραφών αμερικανική ιδέα για απονευρωμένη διασκευή επιτυχιών προς χρήση ως μουσικό περιβάλλον σε εργοστάσια, γραφεία και ασανσέρ (elevator music). Σήμερα, πολλοί είναι εκείνοι που δημιουργούν ανέμπνευστη, εντελώς αδιάφορη συνοδευτική μουσική (ισοπεδωμένο new age και ευνουχισμένο techno).

Οχι όμως και ο Eno, ο οποίος μεταμόρφωσε άρδην το όνειρό του για ένα ιμπρεσιονιστικό easy listening σε χάι τεκ καλλιτεχνία, προσφέροντάς μας εναλλακτικά ηχητικά περιβάλλοντα ήσσονος φαντασίας, ευεργετικά για το εν εγρηγόρσει ονειροποιητικό τμήμα του εγκεφάλου μας. Μας πρόσφερε μια ψυχολογικά μελετημένη μουσική, με μειωμένη παρεμβατικότητα και αυξημένη υπαινικτικότητα, ένα είδος ονειρικής συνομιλίας με τον υποσυνείδητο μάλλον παρά με τον συνειδητό εαυτό μας, κάτι σαν ηχητικός πίνακας του Πάουλ Κλέε ή μελωδικό Τεστ Ρόρσαχ. Αυτό το sound-conditioning, διά χειρός ενός τελειομανούς μύστη της διαίσθησης, είναι πιο πολύτιμο απ’ όσο ακούγεται. Γιατί η εξόχως καλλιτεχνική ambient του Brian Eno, ως «πολυτελές» βίωμα ενόρασης σε μια εποχή άγχους, διαρκούς διάσπασης της προσοχής και χάους, ευνοεί εκείνες ακριβώς τις αρετές που ο ίδιος θεωρεί δυσοίωνα παραμελημένες: την παρατηρητικότητα, την αφοσίωση σε κάτι και τη διάθεση για αυτοσχεδιασμό και ενατένιση. Αυτές, όμως, δεν είναι οι αναγκαίες και ικανές προϋποθέσεις ψυχολογικής αποσυμφόρησης και αβίαστης ανάδυσης της δημιουργικότητάς μας;

*Ο κ. Χρήστος Τσανάκας είναι λογοτέχνης και μελετητής των πρωτοποριών, πρώην διευθυντής του περιοδικού Focus και παραγωγός του Τρίτου Προγράμματος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ