ΚΟΣΜΟΣ

Ο ρόλος τραγουδιών στην εκλογή προέδρων

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΚΑΒΒΑΔΙΑΣ

Ο Μπρους Σπρίνγκστιν στο πλευρό τού τότε Δημοκρατικού υποψηφίου Τζον Κέρι. Και όμως, το τραγούδι του «Born in the USA» είχε υιοθετήσει για την προεκλογική του καμπάνια το 1984 ο Ρεπουμπλικανός Ρόναλντ Ρέιγκαν.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Καθώς η Χίλαρι Κλίντον και ο Ντόναλντ Τραμπ διανύουν τις τελευταίες ημέρες πριν από την εκλογική αναμέτρηση της 8ης Νοεμβρίου, γίνεται αντιληπτό πως ο δρόμος προς τον Λευκό Οίκο περιέχει πολλά μονοπάτια της ποπ κουλτούρας. Η εμφάνιση των υποψηφίων σε μεταμεσονύκτιες τηλεοπτικές εκπομπές, η δημιουργία playlist στο Spotify και η προσέλκυση διάσημων καλλιτεχνών στο πλευρό τους αποδεικνύουν για ακόμη μία φορά τη μακροχρόνια σχέση της ποπ κουλτούρας με την πολιτική. Η ιστορία των προεκλογικών αγώνων στις ΗΠΑ είναι διαποτισμένη από μελωδίες και στίχους που περιγράφουν ανάγλυφα την επίδραση της μουσικής στην ανάδειξη του μελλοντικού προέδρου.

Ολα ξεκίνησαν από τις πρώτες ημέρες του αμερικανικού έθνους, με τους υποστηρικτές του Τζορτζ Ουάσινγκτον να αναζητούν ένα τραγούδι για τον εορτασμό της εκλογή του ως προέδρου, το 1788. Πολλά λυρικά αφιερώματα γράφτηκαν προς τιμήν του με σκοπό τη συσπείρωση του λαού γύρω από τον χαρισματικό ηγέτη τους. Κορυφαίο παράδειγμα, η διασκευή του κλασικού βρετανικού τραγουδιού «God Save The King» σε «God Save Great Washington» αλλά και το «Follow Washington» λίγο πριν από τη δεύτερη εκλογή του. Η πρώτη προεκλογική εκστρατεία, που ο ένας υποψήφιος «επιτίθεται» στον αντίπαλό του, αποτυπώνεται στο τραγούδι «Little Know Ye Who’s Coming» του 1828. Με τον Τζον Κουίνσι Ανταμς να καταστροφολογεί, προειδοποιώντας για πείνα, δουλεία και λοιμό εάν ο αντίπαλός του Αντριου Τζάκσον κερδίσει τις εκλογές.

Το τραγούδι δεν γίνεται βασικό εργαλείο των κομματικών εκστρατειών μέχρι τις εκλογές του 1840. Οι αλλαγές στον εκλογικό νόμο έδωσαν το δικαίωμα ψήφου και σε λευκούς που δεν κατείχαν γη, με μεγάλο ποσοστό των νέων ψηφοφόρων να είναι αναλφάβητοι. Ετσι, το τραγούδι γίνεται ένας από τους βασικούς τρόπους μετάδοσης του μηνύματος της εκστρατείας.

Ο Ουίλιαμ Χένρι Χάρισον δεν είναι γνωστός για το έργο του ως πρόεδρος μιας και η θητεία του διήρκεσε μόλις ένα μήνα, λόγω αιφνιδίου θανάτου. Ομως, η προεκλογική εκστρατεία του θα μείνει στην Ιστορία ως πρότυπο μέχρι σήμερα, καθώς περιείχε παρελάσεις, άρματα, πανό, συναυλίες και, φυσικά, το σπουδαιότερο προεκλογικό τραγούδι όλων των εποχών. Το «Tippecanoe and Tyler Too» δανείστηκε τη μουσική του από το μίνστρελ τραγούδι «Little Pigs» και οι στίχοι εξιστορούν τα κατορθώματα του Χάρισον στη νικηφόρα μάχη του 1811, μεταξύ της πολιτοφυλακής της Ιντιάνα και των ιθαγενών Αμερικανών. Το τραγούδι έφτασε μέχρι τις μέρες μας με την υπέροχη διασκευή της αλτέρνατιβ ροκ μπάντας They Might Be Giants.

Είκοσι χρόνια μετά, ο σπουδαίος Αβραάμ Λίνκολν θέτει υποψηφιότητα για τον προεδρικό θώκο, τον οποίο κερδίζει έχoντας ως τραγούδι της καμπάνιας του το «Lincoln and Liberty». Γράφτηκε και παρουσιάστηκε από το διάσημο φωνητικό συγκρότημα της εποχής, τους Hatchinson Family Singers, με τη μελωδία να έχει υιοθετηθεί από το παλιό ιρλανδικό τραγούδι «Old Rosin the Beau». Στις εκλογές του 1872, ο πρόεδρος Γιούλισες Γκραντ μπορεί να διατήρησε το ανώτατο αξίωμα της χώρας, όμως η γενικευμένη διαφθορά που επικρατούσε, γνωστή ως «The Era of Good Steallings», ενέπνευσε τους αντιπάλους του με ένα από τα πρώτα δείγματα πρωτότυπου προεκλογικού τραγουδιού, το «Turn the Rascals Out».

Στις αρχές του 20ού αιώνα, με την εμφάνιση του ραδιοφώνου και του κινηματογράφου, δημιουργούνται οι πρώτοι αστέρες εθνικής εμβέλειας, οι οποίοι δεν θα αργήσουν να στηρίξουν τους προεκλογικούς αγώνες των πολιτικών. Μερικοί ιστορικοί πιστώνουν στην προεκλογική εκστρατεία του Ρεπουμπλικανού προέδρου Ουόρεν Χάρντινγκ, το 1920, την πρώτη περίπτωση στήριξης διάσημων καλλιτεχνών του σινεμά και της μουσικής, όπως η Λίλιαν Ράσελ και ο Αλ Τζόλσον. Στις εκλογές του 1932, ο Δημοκρατικός υποψήφιος για το Οβάλ Γραφείο, Φρανκλίνος Ρούζβελτ, θέλοντας να προσωποποιηθεί ως «ο πολιτικός της αλλαγής», θα επιλέξει μια αισιόδοξη ποπ επιτυχία της εποχής, το «Happy Days Are Here Again» των Ben Selvin and the Crooners. H επιλογή του θα γίνει έπειτα από μιαν άκρως αποτυχημένη εισαγωγή του υποψηφίου με το τραγούδι «Anchors Aweigh». To «Happy Days Are Here Again» θα μείνει στην Ιστορία ως ο ανεπίσημος ύμνος του κόμματος των Δημοκρατικών και το πρώτο προϋπάρχον τραγούδι που επιλέχθηκε για προεκλογική εκστρατεία.

Ιστορική η εμπνευσμένη καμπάνια για τον Αϊκ

Κατά τη δεκαετία του ’50, στη χρυσή εποχή της τηλεόρασης, ο πρώτος πολιτικός που θα εκμεταλλευτεί την τεράστια επιρροή του νέου μέσου είναι ο ήρωας του B΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Ντουάιτ Αϊζενχάουερ (Αϊκ).

Για τις εκλογές του 1952, το επιτελείο του προσλαμβάνει για πρώτη φορά διαφημιστές ως συμβούλους προώθησης. Αποτέλεσμα της συνεργασίας είναι η πρώτη τηλεοπτική καμπάνια υποψήφιου πολιτικού.

Με τα στούντιο της Ντίσνεϊ να δημιουργούν το χαρακτηριστικό καρτούν ελέφαντα σε ένα από τα τηλεοπτικά του σποτ και τον σπουδαίο συνθέτη Ιρβινγκ Μπέρλιν να γράφει το τζινγκλ «I Like Ike», η προεκλογική εκστρατεία του Αϊζενχάουερ θα μείνει στην ιστορία ως μία από τις πιο αριστοτεχνικές.

Στις εκλογές του 1960 εμφανίζεται το πρώτο ποπ είδωλο της αμερικανικής πολιτικής, ο Τζον Κένεντι, ο οποίος κερδίζει την προτίμηση του Φρανκ Σινάτρα. Ο τελευταίος θα ξαναηχογραφήσει για τους σκοπούς του προεκλογικού του αγώνα το «High Hopes». Με το τραγούδι αυτό, η μουσική επένδυση των προεκλογικών εκστρατειών γίνεται πιο εκλεπτυσμένη και τα τζινγκλ εξαφανίζονται.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’60, με την επιτυχία των τραγουδιών διαμαρτυρίας, οι διαφημιστικές εταιρείες και οι υπεύθυνοι προεκλογικών εκστρατειών αρχίζουν να αναζητούν αυτού του είδους καλλιτέχνες για να μεταφέρουν προς τον λαό το μήνυμα του υποψηφίου. Η πρώτη απόπειρα γίνεται στις προεδρικές εκλογές του 1972: το επιτελείο του υποψηφίου των Δημοκρατικών, Τζορτζ Μαγκόβερν, επιλέγει ως τραγούδι της προεκλογικής καμπάνιας τη μεγάλη επιτυχία των Σάιμον και Γκαρφάνγκελ «Bridge Over Trouble Water». Ωστόσο, το εκλογικό αποτέλεσμα ήταν άκρως απογοητευτικό απέναντι στον Νίξον και στο ξεχασμένο πλέον τραγούδι «Nixon Now».

Στη δεύτερη εκστρατεία του για να παραμείνει στον Λευκό Οίκο, το 1984, ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος Ρόναλντ Ρέιγκαν θα επιλέξει τη μεγάλη επιτυχία του Μπρους Σπρίνγκστιν «Born in the USA» ως ύμνο της καμπάνιας του, παρερμηνεύοντας το τραγούδι ως πατριωτικό και εξοργίζοντας τον Σπρίνγκστιν. Ετσι, θα ξεκινήσει μια αρνητική παράδοση για τους Ρεπουμπλικανούς υποψηφίους στη σχέση τους με τους φιλελεύθερους καλλιτέχνες, η οποία κρατάει έως σήμερα.

Τα τελευταία τριάντα χρόνια, δύο προεκλογικές καμπάνιες έμειναν στην Ιστορία για τη σωστή χρήση της ποπ κουλτούρας. Η πρώτη είναι στις εκλογές του ’92, με τον υποψήφιο Μπιλ Κλίντον να παίζει σαξόφωνο αλλά και να εμφανίζεται στο MTV συζητώντας τα προβλήματα των νέων. Αποκορύφωμα της προεκλογικής εκστρατείας του ήταν η επιλογή του κλασικού τραγουδιού «Don’t Stop» των Fleetwood Mac (επανενώθηκαν για χάρη του), προσεγγίζοντας ένα μέρος των ψηφοφόρων που αδιαφορούσαν για την πολιτική.

Σε συνδυασμό με την αποτυχημένη επιλογή του κλασικού τραγουδιού «Crazy» της Πάτσι Κλάιν από τον αντίπαλό του Ρος Περό, o Κλίντον κερδίζει με ευκολία την προεδρία. Η δεύτερη καμπάνια εντοπίζεται στο πρόσωπο του Μπαράκ Ομπάμα στις εκλογές του 2008. Από την επιλογή του ραπ τραγουδιού «Yes, We Can» στην εκτεταμένη χρήση του τραγουδιού «Signed, Sealed, Delivered I’m Yours» του Στίβι Ουόντερ, ο Μπαράκ Ομπάμα έδειξε τον δρόμο για τις μελλοντικές προεκλογικές εκστρατείες, όπως ο Ουίλιαμ Χένρι Χάρισον το 1840.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ