ΝΙΚΟΣ Κ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ*

Οταν οι δικαστές κάνουν τη δουλειά τους

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Χ​​αρακτηρίζοντας χωρίς επιφυλάξεις αντισυνταγματικό τον «νόμο Παππά» για τις τηλεοπτικές άδειες, το Συμβούλιο της Επικρατείας εξέπληξε θετικά ακόμη και τους πιστότερους φίλους του. Διότι ενώ οι περισσότεροι περιμέναμε ότι, εν ονόματι του ρεαλισμού, θα υιοθετούσε ηπιότερη στάση απέναντι σε έναν νόμο που η σημερινή κυβέρνηση προέβαλε από την αρχή ως μείζονα πολιτική επιλογή της, έκρινε ότι το άρθρο 15 του Συντάγματος δεν αφήνει περιθώρια για επιφυλάξεις και παρερμηνείες. Παρότι η απόφαση του Συμβουλίου δεν έχει καθαρογραφεί, θα διακινδύνευα μερικά πρώτα σχόλια για τις προφανείς νομικές συνέπειες του «διά ταύτα» της, δηλαδή ότι η επιχειρηθείσα παράκαμψη του ΕΣΡ αντιβαίνει στο Σύνταγμα:

Πρώτον, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι ο «άμεσος έλεγχος» του κράτους στη ραδιοτηλεόραση, που το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος αναθέτει «αποκλειστικά» στο ΕΣΡ, περιλαμβάνει προφανώς και την αδειοδοτική αρμοδιότητά του. Θα ήταν παράλογο, άλλος να «ελέγχει» τους ραδιοφωνικούς και τους τηλεοπτικούς σταθμούς και άλλος να εκδίδει (και να ανακαλεί) τις άδειες λειτουργίας τους. Διότι η ανάκληση προπάντων των αδειών που επιβάλλεται ως κύρωση στους καναλάρχες που συστηματικά παρανομούν αποτελεί τη λογική και ταυτόχρονα την κορυφαία εκδήλωση αυτού του ελέγχου.

Κατ’ αποτέλεσμα, το Συμβούλιο έκρινε ότι ο έλεγχος του ΕΣΡ στα κανάλια δεν τεμαχίζεται. Διότι η αρμοδιότητα αυτή είναι τόσο κρίσιμη για τα δικαιώματα των πολιτών, την ισονομία και την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας, που δεν μπορεί να ανατεθεί σε όργανο που δεν είναι ανεξάρτητο ούτε αντικειμενικό. Με άλλα λόγια, με την απόφαση, το ΕΣΡ ως ανεξάρτητη αρχή αναβαθμίζεται σε κομβικό όργανο του ραδιοτηλεοπτικού χώρου. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη, ύστερα από μια μακρά περίοδο όπου επιδιωκόταν –όχι μόνο από τη σημερινή κυβέρνηση– η υποβάθμιση του ΕΣΡ σε βοηθητική υπηρεσία του όποιου κ. Παππά.

Τρίτον, κρίθηκε ότι ο κρατικός έλεγχος δεν μπορεί να αφαιρεθεί από το ΕΣΡ, ούτε πολύ λιγότερο να ανατεθεί στον αρμόδιο υπουργό, ακόμη και όταν για τη μη λειτουργία του οργάνου δεν ευθύνεται η κυβέρνηση, αλλά η αντιπολίτευση, που δεν συμπράττει στη συγκρότησή του, όπως επιτάσσει το άρθρο 101Α του Συντάγματος. Υπενθυμίζεται ότι το άρθρο αυτό απαιτεί εκλογή των μελών του ΕΣΡ και των άλλων τεσσάρων Ανεξάρτητων Αρχών που προβλέπει το Σύνταγμα με ομόφωνη απόφαση ενός οργάνου της Βουλής, της Διάσκεψης των Προέδρων, ή με απόφαση που λαμβάνεται το λιγότερο με πλειοψηφία των 4/5.

Τέταρτον, η απόφαση του Συμβουλίου δημιουργεί δεδικασμένο για τις εκκρεμούσες δίκες, αυτές δηλαδή που αφορούν την προκήρυξη του επίμαχου διαγωνισμού και τους όρους διεξαγωγής του. Αντίθετα, το ζήτημα του αριθμού των αδειών παραμένει ανοιχτό.

Πέμπτον, για να συμμορφωθεί προς την απόφαση του Συμβουλίου, η κυβέρνηση οφείλει να επαναφέρει το ταχύτερο την αδειοδοτική αρμοδιότητα στο ΕΣΡ. Και τούτο με νέο νόμο. Εως ότου ψηφιστεί ο νόμος αυτός, θα ήταν κατά τη γνώμη μου παράνομο να ανατεθεί η προσωρινή έστω αδειοδότηση των καναλιών σε άλλο όργανο.

Τέλος, η απόφαση του Συμβουλίου είναι αμετάκλητη. Αυτό σημαίνει ότι η κυβέρνηση οφείλει να συμμορφωθεί άμεσα προς το περιεχόμενό της. Η μη συμμόρφωση, όπως ορίζει ρητά το Σύνταγμα, «γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο».

Λησμονώντας τα ανωτέρω, η κυβερνητική πλευρά αντέδρασε με μια πρωτοφανή επίθεση στο Συμβούλιο, που έφερε στον νου πολλών από μας άλλες εποχές. Δεν αναφέρομαι τόσο στους τίτλους των φιλοκυβερνητικών εφημερίδων, ούτε στα περί «δικαστικών πραξικοπημάτων» γραφικά σχόλια του εκ Κρήτης αναπληρωτή υπουργού. Αναφέρομαι στη δήλωση που ανέγνωσε λίγο μετά την ανακοίνωση της απόφασης η κυβερνητική εκπρόσωπος. Οταν η ίδια η κυβέρνηση δίνει τη μάχη στα εθνικά και τα διεθνή δικαστήρια για να «σώσει» το 3ο Μνημόνιο και το PSI, αποτελεί τουλάχιστον υποκρισία η επίθεση κατά του Συμβουλίου της Επικρατείας γιατί επικύρωσε τα σχετικά μέτρα. Επιπέδου περιθωριακής συνδικαλιστικής οργάνωσης, η ανακοίνωση αυτή θα μείνει στα δικαστικά χρονικά ως υπόδειγμα θεσμικής ανευθυνότητας.

Προτού η κατάσταση ξεφύγει από κάθε έλεγχο και κάθε τυχάρπαστος επιχειρηματίας στήσει το δικό του κανάλι διεκδικώντας ένα ξεροκόμματο από τη συρρικνωμένη διαφημιστική πίτα, ας αναλάβει η κυβέρνηση τις ευθύνες της και ας συνεργασθεί επιτέλους με την αντιπολίτευση για να βάλει τέρμα στη σημερινή ανομία. Μια ανομία την οποία ορθά εξαρχής κατήγγελλε. Πρώτο βήμα γι’ αυτό είναι η επαναφορά με παστρικές ρυθμίσεις, χωρίς πονηράδες και αστερίσκους, της αδειοδοτικής αρμοδιότητας στο ΕΣΡ. Δεύτερο, η συγκρότηση του τελευταίου όχι στη λογική του παζαριού –«τόσοι δικοί μου» και «τόσοι δικοί σου» ή «δώσε μου τον πρόεδρο και θα σου δώσω τον αντιπρόεδρο»– αλλά με επιλογή των καταλληλότερων, με κριτήρια τις γνώσεις, τον επαγγελματισμό και το ήθος τους.

Αντιλαμβάνομαι ότι, με την έμφαση που έδωσε στο ζήτημα των τηλεοπτικών αδειών, η κυβέρνηση –και ειδικά ο ΣΥΡΙΖΑ– θέλησε να δείξει ότι, παρότι ψήφισε το 3ο Μνημόνιο και συμμορφώθηκε προς τα κελεύσματα των δανειστών μας, διατηρεί την αντισυστημική «αυθεντικότητα» και τον παλιό ριζοσπαστισμό του. Τα «διαπλεκόμενα» ήταν πολύ εύκολος στόχος. «Εχουμε πόλεμο και η Αριστερά ξέρει να πολεμάει», διακηρύσσει ο κ. Παύλος Πολάκης. Πολύ φοβούμαι ότι βάζοντάς τα ευθέως με την αντιπροσωπευτική δημοκρατία προχθές και με τα δικαστήρια σήμερα, δεν πετυχαίνει τίποτε άλλο παρά να ενισχύει την εντύπωση ότι θεσμικά κινείται σε άλλες εποχές, σε προ-νεωτερικούς χρόνους.

Το βέβαιο είναι ότι, με την τολμηρή απόφασή του, το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν στάθηκε απλώς συνεπές προς την ιστορία του. Εδειξε στους σημερινούς κυβερνώντες ότι Σύνταγμα και κράτος δικαίου αποτελούν αξίες καθ’ εαυτές, τις οποίες κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει. Εδειξε, με άλλα λόγια, πως πρέπει οι δικαστές να κάνουν τη δουλειά τους.

*Ο κ. Ν.Κ. Αλιβιζάτος είναι ομότιμος καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ