ΕΛΛΑΔΑ

Μην πυροβολείτε τους πιανί(ΣτΕ)ς!

ΣΠΥΡΟΣ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ για τις τηλεοπτικές άδειες και η έντονη κριτική που δέχθηκε από κυβερνητικούς παράγοντες και μερίδα του Τύπου ανέδειξαν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα προβληματική: Είναι επιτρεπτή η άσκηση κριτικής στις δικαστικές αποφάσεις; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό φαίνεται εκ πρώτης όψεως απλή: Σε μια δημοκρατία, και «οι κρίνοντες κρίνονται»! Αυτό είναι σωστό. Μόνον που, όπως συνήθως συμβαίνει, «ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες». Γιατί το ποια κριτική επιτρέπεται και ποια όχι εξαρτάται από τρεις παράγοντες. Σε ποιον ασκείται η κριτική, ποιος την ασκεί και με βάση ποια κριτήρια.

Οσον αφορά το αντικείμενο της κριτικής: Οσο και εάν έχουμε απομακρυνθεί από την εποχή που πιστεύαμε ότι ο δικαστής είναι απλώς το «στόμα του νόμου», δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο δικαστής δεν είναι αυτός που ψηφίζει το Σύνταγμα ή τον νόμο, αλλά αυτός που τα εφαρμόζει. Συνεπώς, εάν μια δικαστική απόφαση δεν είναι αρεστή από πολιτική άποψη ή κάποιος θεωρεί ότι θα έχει αρνητικές συνέπειες, αυτό δεν είναι θέμα του δικαστηρίου. Η κριτική στην απόφασή του μπορεί να αφορά μόνον την ορθή εφαρμογή του νόμου ή, στις περιπτώσεις που κρίνεται η αντισυνταγματικότητα ενός νόμου, εάν είναι ορθή η κρίση του περί (αντι)συνταγματικότητας.

Σε σχέση με το υποκείμενο της κριτικής: Επειδή ακριβώς ο δικαστής εφαρμόζει και δεν θέτει το Σύνταγμα και τους νόμους, η όποια κριτική σε μια δικαστική απόφαση πρέπει να προσανατολίζεται στην ορθή ή μη εφαρμογή του Συντάγματος και του νόμου. Γι’ αυτόν τον λόγο η κριτική στη νομολογία έχει κατ’ εξοχήν εξειδικευμένο χαρακτήρα και πρέπει να γίνεται με όρους επιστημονικού διαλόγου. Επειδή επίσης το Σύνταγμα κατοχυρώνει τη διάκριση των λειτουργιών, η «εν θερμώ» και «πολεμική» κριτική από κυβερνητικούς παράγοντες σε δικαστικές αποφάσεις, ιδίως μάλιστα όταν το σκεπτικό τους δεν έχει ακόμη δημοσιοποιηθεί, δεν συνάδει με το πρότυπο των διακριτών ρόλων και του αμοιβαίου σεβασμού ανάμεσα στα κορυφαία πολιτειακά όργανα.

Τέλος, και όσον αφορά τα κριτήρια: Η κριτική τού στυλ «το δικαστήριο έβγαλε πολιτική απόφαση» είναι μια άποψη πολύ επικίνδυνη αφού εξαιρεί τα «φλέγοντα» πολιτικά ζητήματα από τον δικαστικό έλεγχο και τον έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων, κορυφαία κατάκτηση του νομικού μας πολιτισμού. Η ίδια εξάλλου άποψη ελάχιστη σχέση έχει με την ιστορία όλων των σύγχρονων δημοκρατιών (βλ. λ.χ. ΗΠΑ, Γερμανία), όπου τα αρμόδια δικαστήρια κρίνουν πολύ συχνά υποθέσεις με πολιτικές προεκτάσεις χωρίς να κατηγορηθούν για υπέρβαση των εξουσιών τους. Για ακόμη μία φορά στη χώρα μας πρωτοτυπούμε, δυστυχώς και πάλι αρνητικά. Εξίσου άστοχη είναι η κριτική των δικαστικών αποφάσεων όχι με βάση τη νομική τους ορθότητα αλλά ανάλογα με το εάν μας είναι αρεστές ή όχι, όπως επίσης και το αποπροσανατολιστικό «ανακάτεμα» αποφάσεων που αφορούν τελείως άσχετες υποθέσεις μεταξύ τους.

Καταληκτικά: Το ΣτΕ δεν αποφάσισε τίποτα διαφορετικό από αυτό που είχε δεχθεί η Ολομέλειά του δύο φορές, πολύ πρόσφατα και σε ανύποπτο πολιτικά χρόνο (ΣτΕ 1901/2014, 3914/2015). Εάν ο νόμος δεν είναι συνταγματικός και εάν η συνταγματική ρύθμιση για τη συγκρότηση των ανεξάρτητων αρχών (άρθρο 101Α) δεν είναι επιτυχής, γι’ αυτό δεν φταίει ο δικαστής, αλλά ο νομοθέτης (κοινός και συνταγματικός αντίστοιχα).

Γιατί, σε τελική ανάλυση, ο δικαστής είναι σαν τον πιανίστα: Εάν δεν μας αρέσει το κομμάτι που παίζει, μπορεί και να μην οφείλεται σε αυτόν αλλά πολύ πιθανόν στον συνθέτη του κομματιού. Ας μην «πυροβολούμε» λοιπόν τους δικαστές, όπως πυροβολούσαν τότε τους πιανίστες στην Αγρια Δύση!

*Ο κ. Σπύρος Βλαχόπουλος είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ