ΘΑΝΟΣ Π. ΝΤΟΚΟΣ*

Ναυτική διπλωματία σε εποχή λιτότητας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Από την αρχαιότητα η γεωγραφία υποχρέωσε τον ελληνικό κόσμο σε μια στενή σχέση με τη θάλασσα. Οπως δείχνουν τα «Ξύλινα Τείχη» του Θεμιστοκλή, τα πυρπολικά του Κανάρη, ο «Αβέρωφ» του Κουντουριώτη και τα Λίμπερτις των Ελλήνων εφοπλιστών, η μοίρα του ελληνισμού είναι διαχρονικά συνδεδεμένη με τη ναυτική ισχύ. Στην τρέχουσα συγκυρία, και με την κρίση να έχει οδηγήσει σε σημαντική μείωση των αμυντικών δαπανών (ιδιαίτερα στο κομμάτι των εξοπλιστικών προγραμμάτων και των επιχειρησιακών δαπανών, καθώς οι μισθοί και συντάξεις φθάνουν στο 77% του συνόλου και είναι σχετικά ανελαστικές), τίθεται το ερώτημα σχετικά με την (μη-εμπορική) ελληνική ναυτική παρουσία πέραν του εθνικού χώρου.

Οπως σημειώνεται στην εξαιρετική ανάλυση του Βασίλη Νέδου (Οι στόλοι της Μεσογείου και ο 28ος μεσημβρινός, «Κ», 30/10/16), ο θαλάσσιος χώρος της Ανατολικής Μεσογείου αποκτά αυξημένη σπουδαιότητα τόσο λόγω Συρίας, όσο και, μελλοντικά, λόγω υδρογονανθράκων. Η χώρα μας οφείλει να αναζητήσει τρόπους αύξησης της ναυτικής της παρουσίας στην περιοχή, είτε με «εθνικό καπέλο», είτε στο πλαίσιο συμμετοχής σε διεθνείς δραστηριότητες και αποστολές που μπορεί να έχει τα ακόλουθα οφέλη: (α) προστασία ελληνικής ασφάλειας από υπερεθνικούς κινδύνους, (β) απόκτηση εμπειρίας, (γ) συγκέντρωση διπλωματικού κεφαλαίου. Είναι, βεβαίως, σαφές ότι η απόφαση για τη διάθεση μονάδων και μέσων πρέπει να πραγματοποιείται κατόπιν συνεκτιμήσεως ορισμένων κρίσιμων συνιστωσών όπως, για παράδειγμα, οι εθνικές αμυντικές ανάγκες, το οικονομικό κόστος, η ύπαρξη νομιμοποιητικής βάσης και η προώθηση ειδικότερου ελληνικού συμφέροντος.

Η «επίδειξη της σημαίας» αποτελεί δοκιμασμένη μέθοδο στο πλαίσιο της ναυτικής διπλωματίας, η οποία έχει το πλεονέκτημα της σχετικά μακροχρόνιας παραμονής σε μια περιοχή, χωρίς τον ξεκάθαρα επιθετικό χαρακτήρα άλλου είδους στρατιωτικής παρουσίας. Η δε ελληνική ναυτική ισχύς (στρατιωτική και εμπορική) και η ναυτική παράδοση καθιστούν τη ναυτική διπλωματία προνομιακό χώρο δραστηριοποίησης της χώρας μας, ιδιαίτερα σε μια εποχή υψηλής αστάθειας και ρευστότητας στη νότια γειτονιά της Ευρώπης, όπου μεγάλες δυνάμεις και διεθνείς θεσμοί αναζητούν περιφερειακούς εταίρους με υψηλό βαθμό σταθερότητας και αξιοπιστίας.

Ασφαλώς, δεν πρέπει να υποτιμηθούν οι δυσκολίες και η πολιτική και φυσική ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων πρέπει να κινηθεί πολύ προσεκτικά σε ένα περιβάλλον οικονομικής στενότητας, περιορισμένων δυνατοτήτων και αυξημένων εθνικών αναγκών. Υπάρχουν όμως δυνητικές ευκαιρίες λόγω της γεωγραφικής θέσης της χώρας, της υψηλής ποιότητας του εγχώριου ανθρωπίνου δυναμικού και των αναπτυσσόμενων δεσμών με σημαντικές χώρες της περιοχής. Η βάση της Σούδας, το Κέντρο Εκπαίδευσης Ναυτικής Αποτροπής (NΜΙOΤC) στην Κρήτη, αλλά και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα του Πολεμικού Ναυτικού (με τη δυνατότητα προσφοράς αγγλόφωνης εκπαίδευσης) αποτελούν χρήσιμα χαρτιά στην προσπάθεια της χώρας μας να ανακτήσει τον περιφερειακό ρόλο της, να συσσωρεύσει διπλωματικό κεφάλαιο, να καλύψει μέσω παραχωρήσεων υλικού από συμμαχικές χώρες τις ανάγκες ενίσχυσης και εκσυγχρονισμού του Π.Ν. και να προωθήσει τα ελληνικά πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο.

*Ο κ. Θάνος Π. Ντόκος είναι γενικός διευθυντής στο ΕΛΙΑΜΕΠ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ