ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Λιγότερος ανταγωνισμός, μικρότερες αμοιβές

EDWARD PORTER / THE NEW YORK TIMES

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΛΥΣΗ

Τα τελευταία χρόνια, το σωματείο εργαζομένων στις τηλεπικοινωνίες έχει μάθει να εκτιμάει συγχωνεύσεις εταιρειών στον κλάδο. Πριν από πέντε χρόνια είχε χαρακτηρίσει την προσπάθεια συγχώνευσης AT&T και T-Mobile ως «καλή για τους Αμερικανούς καταναλωτές και για τους Αμερικανούς εργάτες» και κάτι παρόμοιο είχε πει τρία χρόνια μετά για την εξαγορά της DirecTV από την AT&T. To σωματείο είχε υποστηρίξει με επιχειρήματα την άποψή του.

Σήμερα προχωράει ακόμη μία πολύ μεγάλη συγχώνευση στον χώρο των ΜΜΕ, η πρόταση για συγχώνευση της AT&T με την Time Warner. Αν εγκριθεί από την κανονιστική αρχή, θα οδηγήσει στη συγχώνευση ενός εκ των μεγαλυτέρων ασύρματων δικτύων των ΗΠΑ με κινηματογραφικά στούντιο που παράγουν ορισμένες από τις πλέον δημοφιλείς ταινίες και τηλεοπτικές εκπομπές.

Αυτήν τη φορά η ηγεσία του σωματείου στις τηλεπικοινωνίες εξετάζει κατά πόσον θα υποστηρίξει την προτεινόμενη συγχώνευση. Η τελευταία συμφωνία μπορεί να μην αποτελεί πρόβλημα εάν κριθεί μεμονωμένα. Συνολικά όμως συγχωνεύσεις αυτού του μεγέθους αναδιατάσσουν την αμερικανική οικονομία με τρόπους που μάλλον ευνοούν τα συμφέροντα ολοένα και μεγαλύτερων εταιρειών ενώ πλήττουν γενικότερα την εργασία. Οπως είχε πει πριν από 100 και πλέον χρόνια ο γερουσιαστής Τζον Σέρμαν, ο οποίος είχε γράψει τον βασικό νόμο κατά των μονοπωλίων, ένα μονοπώλιο «ελέγχει την τιμή της εργασίας χωρίς τον φόβο απεργιών, γιατί δεν επιτρέπει την ύπαρξη ανταγωνισμού στον τομέα του».

Προβληματισμένοι από την κατάσταση της οικονομίας, όπου οι μισθοί έχουν παραμείνει στο ίδιο επίπεδο για όλους πλην αυτών που διαθέτουν την καλύτερη εκπαίδευση, όπου πολλοί άντρες που βρίσκονται στην ηλιακή τους ακμή δυσκολεύονται να παραμείνουν στην αγορά εργασίας και όπου έχει ανακοπεί η είσοδος των γυναικών στην αγορά εργασίας, ορισμένοι οικονομολόγοι έχουν στρέψει εκ νέου την προσοχή τους στον ρόλο που μπορεί να έχει παίξει ο περιορισμός του ανταγωνισμού στην πρόκληση δεινών για τους εργάτες.

Πλέον δεν γίνεται να αντιλαμβανόμαστε την πολιτική ανταγωνισμού στο στενό πλαίσιο της προστασίας των καταναλωτών από υψηλότερες τιμές. Πριν από τρία χρόνια, ο κ. Τζόζεφ Στίγκλιτζ, κάτοχος Νομπέλ στην Οικονομία, είχε επισημάνει πως τα αυξημένα κέρδη εταιρειών που καταφέρνουν να αποφύγουν τον συνηθισμένο ανταγωνισμό αποτελούν βασικό παράγοντα για το γεγονός πως τα τελευταία χρόνια αυξάνεται το μερίδιο του ΑΕΠ που κατευθύνεται προς τα εταιρικά κέρδη και την αμοιβή μεγαλοστελεχών. Σύμφωνα με μελέτη των οικονομικών συμβούλων του Λευκού Οίκου που δημοσιεύτηκε τον περασμένο μήνα, σε μια ανταγωνιστική αγορά όπου οι εταιρείες μάχονται με τις ανταγωνίστριές τους ώστε να προσελκύσουν τους καλύτερους υπαλλήλους, αυξάνουν τους μισθούς όσο μπορούν. Καθώς αυξάνεται η παραγωγικότητα οι μισθοί θα αυξάνονται ακόμη περισσότερο. Η ευημερία θα διαχυθεί στην κοινωνία. Οταν όμως στην αγορά εργασίας υπάρχουν λίγοι ή κανένας ανταγωνιστής, τότε οι εργοδότες θα προσφέρουν πολύ μικρότερους μισθούς. Μάλιστα, οι εργοδότες δεν χρειάζεται καν να συγκροτήσουν μονοπώλια διότι μπορούν να συνεννοηθούν πολύ πιο εύκολα όταν υπάρχουν λίγοι ανταγωνιστές. Η ύπαρξη ανταγωνισμού στην αγορά προϊόντων δεν σημαίνει αναγκαστικά ύπαρξη ανταγωνισμού και στην αγορά εργασίας – ένας εξαγωγέας μπορεί να αντιμετωπίζει ισχυρό ανταγωνισμό στην παγκόσμια αγορά αλλά καθόλου στην τοπική αγορά εργασίας. Η μείωση του ανταγωνισμού στην απασχόληση μπορεί να προκαλέσει περισσότερα από ένα προβλήματα στην οικονομία. Φυσικά, οδηγεί σε επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης των μισθών. Μη διαθέτοντας άλλες επιλογές, οι εργαζόμενοι είναι πολύ πιο απίθανο να εγκαταλείψουν την εργασία τους. Ομως θα πληγούν και η παραγωγή και η απασχόληση, διότι λιγότεροι εργάτες θα είναι πρόθυμοι να εργαστούν για χαμηλότερους μισθούς. Οι πολιτικοί μπορούν να περιορίσουν τη δύναμη των εργοδοτών στην αγορά εργασίας. Η ενίσχυση των σωματείων θα πρόσφερε ισχυρότερο μοχλό πίεσης στους εργαζομένους. Η αύξηση του κατώτατου μισθού θα πρόσφερε υψηλότερη βάση για αμοιβές. Ομως είναι ευκαιρία να σκεφτούμε ξανά την αντιμονοπωλιακή νομοθεσία. Δεν θα πρέπει να θεωρείται αποκλειστικά ως εργαλείο για την προστασία των καταναλωτών από υψηλότερες τιμές.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ