ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πρόσφατα η μεγαλύτερη αντιπολιτευόμενη εφημερίδα της Ουγγαρίας, η σοσιαλδημοκρατική «Νεπσαμμπατζάγκ» (Ελευθερία του Λαού), έκλεισε εξαιτίας οικονομικών προβλημάτων. Η συγκεκριμένη εφημερίδα θεωρούνταν τέκνο της μαζικής εξέγερσης κατά του κομμουνιστικού καθεστώτος το 1956, χρονιά ίδρυσής της. Η ειρωνεία είναι ότι φέτος κλείνουν εξήντα ακριβώς χρόνια από εκείνο το ιστορικό γεγονός, σε μια φάση κατά την οποία η Ουγγαρία κλυδωνίζεται από πολιτικές και κοινωνικές κρίσεις και με το φάσμα της Ακροδεξιάς να υψώνεται απειλητικό.

Σήμερα η «Κ» πραγματοποιεί ένα μικρό αφιέρωμα σε εκείνη τη δεύτερη μεγάλη «Μάχη της Βουδαπέστης» (ύστερα από εκείνη ανάμεσα στον Κόκκινο Στρατό και τους ναζί το 1945), με αναφορές σε σχετικές ταινίες, ντοκιμαντέρ, βιβλία, μουσεία και... έναν ιστορικό ποδοσφαιρικό αγώνα. Δεν πρόκειται για μια καταγραφή των γεγονότων, αλλά για μια αποτύπωση του τραύματος, της συλλογικής μνήμης μιας ιστορικής υπόθεσης που στη χώρα μας παραμένει εν πολλοίς άγνωστη και αποσιωπημένη.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Mπάλα - πολιτική στην Oυγγαρία το 1954-1956

Του ΚΩΣΤΑ Θ. ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΥ

Στη μεταπολεμική Ιστορία της Ουγγαρίας τρεις είναι οι σημαντικές τομές στον χώρο του αθλητισμού και κυρίως στο πεδίο της πολιτικής: η ήττα της «Ελαφράς Ταξιαρχίας», της εθνικής ομάδας των Μαγυάρων του Πούσκας, του Τσίμπορ και του Χιντεγκούτι στον τελικό της Βέρνης (Wankdorfstadion, 4.7.1954), η βίαιη καταστολή της Ουγγρικής Εξέγερσης από τα σοβιετικά στρατεύματα (23.10-4.11.1956) και, βέβαια, η Πτώση του Τείχους (1989) και η επιστροφή της χώρας στον κοινοβουλευτισμό και την ευρωπαϊκή κοιτίδα. Εχει όμως κανείς την αίσθηση ότι τα δύο πρώτα ιστορικά γεγονότα άφησαν στον ουγγρικό λαό όχι μόνον ανεξίτηλες μνήμες, αλλά και ανεπούλωτες πληγές, που δεν λένε να κλείσουν. Το 1954-56, μέσα σε δύο χρόνια, ένας λαός είδε τα όνειρά του να καταστρέφονται, σ’ ένα περίεργο «παιγνίδι της μοίρας», που άρχισε στα γήπεδα της Ελβετίας, στη διάρκεια του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1954, και ολοκληρώθηκε με τραγικά αποτελέσματα δύο χρόνια μετά, όταν ο Κόκκινος Στρατός κατέστειλε με ιδιαίτερη βιαιότητα τη λαϊκή εξέγερση του ’56, με επίκεντρο τη Βουδαπέστη.

Το γκολ του Χέλμουτ Ραν, στο 84ο λεπτό του τελικού Ουγγαρία-Γερμανία, δεν ενταφίασε μόνο τις δικαιολογημένες προσδοκίες των Ούγγρων για την κατάκτηση του τροπαίου, την περίοδο που η «Χρυσή Ενδεκάδα» επέλαυνε ακάθεκτη στα ευρωπαϊκά γήπεδα, ταπεινώνοντας μάλιστα έναν χρόνο πριν τους υπερόπτες Αγγλους μέσα στην «κοιτίδα του ποδοσφαίρου» με 6-3. Για αρκετούς Γερμανούς ιστορικούς και δημοσιογράφους η ανέλπιστη επικράτηση της Nationalmannschaft, το λεγόμενο «Θαύμα της Βέρνης», υπήρξε συνεκδοχικά και συμπληρωματικά η ιδρυτική πράξη της επιστροφής της ηττημένης Γερμανίας ως «Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας» στον ευρωπαϊκό χάρτη και, μέσω του ποδοσφαίρου, η εθνική επιβεβαίωση της γερμανικής αναγέννησης.

Ταυτόχρονα, το ίδιο «θαύμα» υπήρξε το «βαθύ τραύμα της Ουγγαρίας», που δύο χρόνια μετά θα αιμορροούσε ξανά, τη φορά αυτήν ενταφιάζοντας την «ελπίδα της ελευθερίας» που έτρεφε ο ουγγρικός λαός στα φωτεινά πρόσωπα των νέων της και στην παρουσία του Ιμρε Νατζ (Imre Nagy). Δεν αποτελεί υπερβολή ο ισχυρισμός ότι ένα μέρος της λαϊκής αγανάκτησης στο καθεστώς του Γιάνος Κάνταρ, που κορυφώθηκε στη Μάχη της Βουδαπέστης, οφείλεται και στην ήττα του τελικού της Βέρνης.

Η Αν Απλμπομ (Anne Applebaum), δημοσιογράφος που συνεργάστηκε με μεγάλες αμερικανικές και αγγλικές εφημερίδες (Washington Post, WSJ, NYT, Guardian, περ. Economist κ.ά.), ιστορικός και συγγραφέας βιβλίων με θέμα την Ανατολική Ευρώπη, είναι από τις πρώτες που εντόπισε τα ψήγματα της εξέγερσης στην αυθόρμητη λαϊκή αγανάκτηση μετά την αναπάντεχη ήττα του ’54, όταν ξέσπασαν οι πρώτες ταραχές στην επιστροφή της «Ελαφράς Ταξιαρχίας» στην Ουγγαρία. Ο Πέτερ Εστερχάζι (αδελφός του ποδοσφαιριστή Μάρτιν, που έπαιξε και στην ΑΕΚ τη δεκαετία του ’80), στο βιβλίο του «Γερμανικό ταξίδι στη μεγάλη περιοχή» («Deutschlandreise im Strafraum», 2008), μία λογοτεχνική-ποδοσφαιρική περιοδεία στα γήπεδα της Γερμανίας, αλλά και της μνήμης με πρωταγωνιστή τον Φέρεντς Πούσκας, δεν κρύβει την πίκρα του, 54 χρόνια μετά, καθώς επανέρχεται στις λεπτομέρειες του χαμένου τελικού, που, όπως και στη Μάχη του Βατερλώ, έκριναν την έκβαση του αγώνα κυρίως η βροχή και το γκολ του Πούσκας που δεν μέτρησε.

Ενας άλλος, νεότερος, Ούγγρος συγγραφέας, ο Λάζλο Νταρβάσι, στη συλλογή των ποδοσφαιρικών διηγημάτων του με τίτλο «Οταν ονειρεύεται ο σέντερ φορ» φαντασιώνει μία ουγγρική επικράτηση με το ίδιο σκορ (3-2), που θα επιφέρει στη Γερμανία ανάλογες συνέπειες με την Ουγγρική Επανάσταση, μια εξέγερση που θα κατασταλεί βίαια και θα βυθίσει τη Γερμανία στο χάος (υπενθυμίζοντας πάντως εμμέσως μια άλλη ξεχασμένη εργατική εξέγερση, εκείνη των εργατών στο Βερολίνο, το 1953), επιφέροντας την απαξίωση του γερμανικού ποδοσφαίρου, όπως στην πραγματικότητα συνέβη με το ουγγρικό για μισό αιώνα.

Στο «Θαύμα της Βέρνης» και την «Ουγγρική Επανάσταση» για πρώτη φορά μεταπολεμικά ωσμώνεται το ποδόσφαιρο με την πολιτική και η λογοτεχνία θα κληθεί να επουλώσει αγιάτρευτες πληγές.

Ενα ντοκιμαντέρ και ένα ποίημα για την εποχή

Της ΜΑΡΙΑΣ ΤΟΠΑΛΗ

«Αν στα δεκαπέντε μου μού είχαν πει να γίνω βομβίστρια αυτοκτονίας, δεν θα είχα διστάσει ούτε δευτερόλεπτο», ομολογεί στον φακό η ποιήτρια και μεταφράστρια Ινές Κέμενες, αναφερόμενη στα νιάτα της στην κομμουνιστική νεολαία, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια του σταλινικού ουγγρικού καθεστώτος υπό τον αιμοσταγή δικτάτορα Ράκοσι. Γρήγορα, ωστόσο, μεταστρέφεται: Η ανεξέλεγκτη τρομοκρατία της AVO, της ουγγρικής «Στάζι», θα οδηγήσει πολλούς από τους νεαρούς κομμουνιστές στην αμφισβήτηση και την εξέγερση. «Torn from the flag» –σκισμένο από τη σημαία– είναι το όνομα του βραβευμένου ντοκιμαντέρ της Κλάουντια Κόβατς, που πρωτοπαρουσιάστηκε το 2007 (διαθέσιμο πλέον στο Vimeo, στη διεύθυνση https://vimeo.com/ondemand/tornfromtheflag) ανασυνθέτοντας τα γεγονότα του 1956 – μια ιστορία μάλλον αποσιωπημένη κι ωστόσο εξαιρετικά χρήσιμη για την κατανόηση της σύγχρονης ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Οι εξεγερμένοι του 1956 σκίζουν από το κέντρο της ουγγρικής σημαίας τον κύκλο με τα σοσιαλιστικά σύμβολα: η σημαία με τα ουγγρικά χρώματα και την τρύπα στη μέση θα αποτελέσει το έμβλημα των 16 ταραγμένων ημερών (23η Οκτωβρίου - 7η Νοεμβρίου) – τόσο διήρκεσε το όνειρο που ο Χρουστσόφ δεν δίστασε (ή αισθάνθηκε αναγκασμένος) να πνίξει στο αίμα.

Το μυθιστόρημα του Πέτερ Νάντας (γεν. 1942) με τίτλο «Το τέλος ενός οικογενειακού χρονικού» (Καστανιώτης, 2007) πραγματεύεται την οικογενειακή ιστορία (εβραϊκές ρίζες) και την πατρική αυτοκτονία, που έλαβε χώρα στον απόηχο του 1956. Μολονότι ατμοσφαιρικό και, κατά σημεία, παραμυθένιο, το βιβλίο στερείται τη στερεή αφηγηματική γραμμή που θα του επέτρεπε να καθρεφτίσει αποτελεσματικά την επίμαχη περίοδο.

Επιστρέφουμε στο μεστό ντοκιμαντέρ της Κόβατς, όπου παρελαύνουν πολιτικοί, κατάσκοποι, καλλιτέχνες, ιστορικοί. Το πιο γοητευτικό κομμάτι του είναι οι εβδομηντάρηδες, που υπήρξαν οι αλλοτινοί εξεγερμένοι μαθητές, φοιτητές, αγρότες, στρατιώτες: τα λόγια τους εναλλάσσονται με τα σχόλια και την αφήγηση των επώνυμων αλλά και με σκηνές από ιστορικά φιλμ και φωτογραφίες.

Η Κόβατς χτίζει το σασπένς κινούμενη προσεκτικά ανάμεσα σε πολύ γνωστά και σε μάλλον αποσιωπημένα γεγονότα, δίνοντας γρήγορα και από λίγο τον λόγο στους πρωταγωνιστές όλων των πλευρών. Ενώ η επανάσταση μοιάζει να κερδίζει έδαφος και τα σοβιετικά στρατεύματα να αποσύρονται, ο Ιμρε Νατζ θα χάσει τον έλεγχο, οι εξεγερμένοι θα επιδοθούν σε πάρτι βίας κατά των αντιπάλων τους, ο τότε σοβιετικός πρέσβης Αντρόποφ θα προετοιμάσει την εισβολή, ο Αϊζενχάουερ θα διστάσει να επέμβει πάνω στο φινάλε του προεκλογικού του αγώνα, η κρίση του Σουέζ θα στρέψει αλλού το ενδιαφέρον… Τα τελευταία 30΄ της ταινίας ο ιστορικός χρόνος πυκνώνει απότομα. Η Ουγγαρία ήταν σαν καρφί στο κεφάλι του Χρουστσόφ», λέει ο βραβευμένος με Πούλιτζερ Αμερικανός βιογράφος του Ουίλιαμ Τάουμπμαν. Η Βουδαπέστη πολιορκείται, κανονιοβολείται, ισοπεδώνεται. Το 1958, ο Νατζ θα εκτελεστεί ταπεινωτικά, με απαγχονισμό, και θα ταφεί μπρούμυτα, δεμένος χειροπόδαρα με σύρμα. «Αν δεν είχε υπάρξει το 1956, δεν ξέρω αν θα είχε μπορέσει, ίσως, να υπάρξει το 1989», δηλώνει προς το τέλος του φιλμ ο αειθαλής Χένρι Κίσιγκερ, που την εποχή εκείνη ήταν ακόμη πανεπιστημιακός στο Χάρβαρντ. Πολύ πιο απαισιόδοξη η οπτική του εβραϊκής καταγωγής αντικαθεστωτικού ποιητή Γκιέργκι Πέτρι (1943-2000), που, στο εμβληματικό ποίημά του για τον Ιμρε Νατζ, κάνει λόγο για «πετσοκομμένες ευκαιρίες» που «δεν ξαναγυρνούν ποτέ».

Ένα ποίημα του Γκιέργκι Πέτρι

Για τον Ίμρε Νάτζ

Ήσουν κι εσύ απρόσωπος, σαν τους άλλους ηγέτες,

με ματογυάλια, αυστηρό κοστούμι· απ' την φωνή σου έλειπε

η ηχηρότης, γιατί δεν ήξερες τι ακριβώς να πεις

πάνω στη βράση στα συγκεντρωμένα πλήθη. Αυτό το επείγον

ήταν ακριβώς ό,τι έβρισκες παράξενο. Σε άκουσα,

γέρο με το πενς-νε, κι απογοητεύθηκα,

να μην ξέρω ακόμη

την τσιμεντένια αυλή όπου κατά πάσα πιθανότητα ο εισαγγελέας

αράδιασε την καταδίκη, ή

τον αδρό μώλωπα απ' το σκοινί, ύστατη αισχύνη.

Ποιος να γνωρίζει τι μπορεί να είχες πει

απ' το μπαλκόνι εκείνο; Οι πετσοκομμένες ευκαιρίες

δεν ξαναγυρνούν ποτέ. Ούτε φυλακή ούτε θάνατος

θ' ακονίσουν πάλι την κόψη της στιγμής

αφότου έσπασε. Μπορούμε, ωστόσο, να θυμόμαστε

τον πονεμένο, απρόθυμο, διστακτικό άντρα

που παραταύτα ρούφηξε

θυμό, αυταπάτη

και την τυφλή ελπίδα ενός ολόκληρου έθνους,

όταν η πόλη ξύπνησε μέσα στους πυροβολισμούς

που την κομμάτιασαν.

[απόδοση στα ελληνικά, μέσω της αγγλικής μετάφρασης των George Gömöri και CliveWilmer: Παναγιώτης Ιωαννίδης]

Η Ιστορία στη γλώσσα του λαϊκισμού

Του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΠΟΥΓΑ

Το κτίριο στον αριθμό 60 της λεωφόρου Αντράσι ξεχωρίζει εξαιτίας ενός μαύρου μεταλλικού περιγράμματος που όταν πέφτει ο ήλιος σχηματίζει με τη σκιά του τη λέξη «Terror». Εκεί βρίσκεται το «Σπίτι του Τρόμου», το μουσείο που παρουσιάζει την Ουγγαρία υπό δύο καθεστώτα –το ναζιστικό και το κομμουνιστικό–, και ταυτόχρονα λειτουργεί ως μνημείο αφιερωμένο στα θύματά τους.

Το κτίριο ήταν το αρχηγείο της ναζιστικής κυβέρνησης του ουγγρικού ναζιστικού κόμματος «Σταυρωτά Βέλη», αλλά και της μυστικής αστυνομίας του κομμουνιστικού καθεστώτος μέχρι την Επανάσταση του ’56.

Η ένταση του συμβολισμού εξανεμίζεται με το που ανοίγει η πόρτα του πλήρως ανακαινισμένου κτιρίου και βρίσκεσαι σε μία σκάλα χωρισμένη στα δύο, η μισή βαμμένη κόκκινη και η άλλη μισή μαύρη. Αυτός ο διόλου υπόρρητος συμβολισμός είναι η πρώτη επαφή με τη βασική ιδέα του μουσείου: τα δύο κακά είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Το τελευταίο γίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρο στη βιτρίνα όπου ο περιστρεφόμενος κορμός μιας αντρικής κούκλας φοράει ο μισός τη στολή των «Σταυρωτών Βελών» και ο άλλος μισός τη στολή της μυστικής αστυνομίας επί κομμουνισμού.

Στα υποφωτισμένα δωμάτια, στους ήχους δυνατής, ατμοσφαιρικής μουσικής, οι μόνες πηγές φωτός είναι στραμμένες στα εκθέματα. Χρησιμοποιώντας οπτικοακουστικά μέσα ο σχεδιαστής του μουσείου προκαθορίζει όχι μόνο τι θα δει ο περιηγητής, αλλά και τα συναισθήματα που πρέπει να προκληθούν.

Τα σημεία του κτιρίου που θυμίζουν την ηλικία και την ιστορία του και οι πολλές μαρτυρίες που προβάλλονται σε βίντεο, χάνονται μέσα σε ένα σκηνικό που θυμίζει περισσότερο ταινία παρά μουσείο. Σίγουρα δεν προκαλεί έκπληξη στον επισκέπτη ότι ο σχεδιαστής του μουσείου είχε εργαστεί ως σκηνογράφος στην ταινία «Μεφίστο» (1981).

Στόχος του μουσείου είναι, επικεντρώνοντας στο συναίσθημα και όχι στα ντοκουμέντα, να περιγράψει τον ουγγρικό λαό ως θύμα των εξωτερικών δυνάμεων, σχεδόν αποσιωπώντας ότι και το ναζιστικό αλλά και το κομμουνιστικό κόμμα, που κυβέρνησαν τη χώρα, ήταν ουγγρικά.

Το αποτέλεσμα είναι ένα εντυπωσιακό στην κατασκευή του μουσείο που μεταφέρει επιτυχημένα μία ακραία λαϊκιστική ανάγνωση της Ιστορίας. Το αποκορύφωμα βρίσκεται λίγο πριν από την έξοδο, όταν σε δύο οθόνες που βρίσκονται η μία δίπλα στην άλλη προβάλλεται δεξιά η πτώση του Τείχους του Βερολίνου και αριστερά τα εγκαίνια του μουσείου, τα οποία ο Βίκτορ Ορμπαν, κύριος εμπνευστής και δημιουργός του, μετέτρεψε σε προεκλογική εκδήλωση για τις εκλογές του 2002.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ