ΒΙΒΛΙΟ

Η «μαγιά» που έγινε βιβλίο για την επίγεια Εδέμ

ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ

Κεντρικός ήρωας, ο ζωγράφος Τόμας Χάντσον, που ζει αποτραβηγμένος σε ένα νησί και περνάει τις ώρες του ζωγραφίζοντας και ψαρεύοντας. Ουσιαστικά ένα alter ego του ίδιου του συγγραφέα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΕΡΝΕΣΤ ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΪ
Νησιά της Καραϊβικής
μτφρ.: Αντώνης Καλοκύρης
εκδ. Καστανιώτη

Το τελευταίο μυθιστόρημα του Ερνεστ Χέμινγουεϊ «Islands in the Stream» άρχισε να γράφεται το 1951 αλλά εκδόθηκε εννέα χρόνια μετά τον θάνατό του, το 1970. Και αυτό γιατί η συγγραφή του γρήγορα τον οδήγησε στην απόφαση να εγκαταλείψει τον αρχικό του σχεδιασμό και να δώσει έμφαση σε μια μονάχα από τις ιστορίες του μυθιστορηματικού υλικού, που αυτονομήθηκε, για να γίνει με την πάροδο του χρόνου το διασημότερο ίσως έργο του, «Ο γέρος και η θάλασσα» (1952).

Απέμεινε όμως η «μαγιά» και με αυτήν καταπιάστηκε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ολοκληρώνοντας ένα σπονδυλωτό έργο, με κύριο άξονα την αγαπημένη του επίγεια Εδέμ, που ανακάλυψε τον μεσοπόλεμο στα νησιά της Καραϊβικής και πρωτίστως στην κοσμοπολίτικη τότε Κούβα, όπου αργότερα έχτισε και το ησυχαστήριό του (σήμερα τόπος προσκυνήματος και τουριστική ατραξιόν).

Το παρόν μυθιστόρημα θα λέγαμε πως αν και δεν έχει ξεκάθαρα αυτοβιογραφική πρόθεση, κουβαλά όλα τα γνώριμα κλισέ της προσωπικής του μυθολογίας: Μοιραίες γυναίκες, άγρια μεθύσια, ανδραγαθήματα εν καιρώ πολέμου, αψιμαχίες με την οργισμένη φύση.

Κεντρικός ήρωας, ο ζωγράφος Τόμας Χάντσον, που ζει αποτραβηγμένος σε ένα νησί και περνάει τις ώρες του ζωγραφίζοντας και ψαρεύοντας. Ουσιαστικά ένα alter ego του ίδιου του συγγραφέα, ελάχιστα διαφορετικού από αυτό που εισέπραττε ο κόσμος, μετά την εγκατάστασή του στην Κούβα.

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου και το πιο άρτιο μυθοπλαστικά, ο ζωγράφος δοκιμάζεται σκληρά από την απώλεια των παιδιών του και της εν διαστάσει μητέρας τους, λίγες μονάχα ημέρες μετά τη φιλοξενία τους στο νησί. Το δεύτερο μέρος είναι ουσιαστικά ένας μακροσκελής διάλογος του Χάντσον με μια γερασμένη πόρνη, στο μπαρ-στέκι του στην Αβάνα. Εδώ η αυτοαναφορικότητα είναι έκδηλη, όπως και οι έξυπνες ατάκες που ανεβάζουν την ένταση των ερωταποκρίσεων, αν και μένουμε με την εντύπωση πως κάπου κάποτε τις έχουμε ξανακούσει από τα χείλη του μυθικού γραφιά. Τέλος, στο τρίτο μέρος, το πιο ατελές (ή μήπως το πιο γκροτέσκο;) ο κεντρικός ήρωας ξαναγυρίζει στη θάλασσα, τα έτη 1941-43, αυτή τη φορά για να εντοπίσει γερμανικά υποβρύχια που θα θελήσουν να προσεγγίσουν τις ακτές των ΗΠΑ.

Η γραφή του Χέμινγουεϊ φαίνεται απλή, αλλά δεν είναι. Το στακάτο ύφος, οι μικρές προτάσεις, οι αιχμηροί διάλογοι, οι ρεαλιστικές περιγραφές, θεωρούνται από πολλούς κριτικούς κατακτήσεις των χρόνων της μαθητείας του στα περιοδικά και τις εφημερίδες, όμως είναι φανερή η υποτίμηση του συγγραφέα όταν μιλάμε για «δημοσιογραφική γραφή». Ιδιαίτερα στη χώρα μας ο όρος αυτός παρεξηγείται ακόμη περισσότερο, αφού η δημοσιογραφική γραφή έχει συνδυαστεί με κάτι το πρόχειρο και βιαστικό, ενώ αντιθέτως στον αμερικανικό Τύπο, τουλάχιστον την εποχή του Χέμινγουεϊ, δύσκολα θα έβλεπε το φως της δημοσιότητας ένα ρεπορτάζ αν δεν είχε αφηγηματική δύναμη, αν δεν παρουσίαζε ανάγλυφα μια ανθρώπινη ιστορία με δυνατούς χαρακτήρες.

Χωρίς να είναι τέλειο, το τελευταίο μυθιστόρημα του διάσημου «πάπα», μας αποζημιώνει όπως ένα παγωμένο ντάκιρι, χωρίς ζάχαρη, στο τέλος μιας κοπιαστικής ημέρας, ιδιαίτερα όταν διαβάζουμε φράσεις σαν την ακόλουθη: «Το αφρισμένο τμήμα του ποτού θύμιζε τα απόνερα του πλοίου, ενώ το καθαρό υγρό θύμιζε το νερό όπως το σκίζει η καρίνα στα ρηχά, πάνω από τη μάργα του βυθού».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ