ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

«Η Ελλάδα χρειάζεται μία δεκαετία για να προσελκύσει μεγάλες επενδύσεις»

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΣΤΕΡΓΙΟΥ

«Η GlaxoSmithKline απασχολεί σήμερα περισσότερο από 200 εργαζομένους υψηλού μορφωτικού επιπέδου στην Ελλάδα, ενώ μόνο την τελευταία πενταετία έχει επενδύσει περισσότερα από 6,5 εκατ. σε κλινικές μελέτες, διευκολύνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την πρόσβαση σε περισσότερους από 2.500 Ελληνες ασθενείς σε καινοτόμους θεραπείες», τονίζει ο κ. Γιώργος Κατζουράκης.

Η εμπιστοσύνη των επενδυτών χάνεται εύκολα και κερδίζεται δύσκολα. Για την Ελλάδα ίσως χρειαστούν 10 έως 15 χρόνια μέχρι να πείσει και να προσελκύσει μεγάλες, μακροπρόθεσμες και παραγωγικές επενδύσεις.

Η συζήτηση για τη σημερινή κατάσταση και τις προοπτικές της εγχώριας οικονομίας γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρουσα όταν συνομιλείς με ένα ανώτατο στέλεχος που ηγείται ενός πολυεθνικού κολοσσού στην Ευρώπη. Και ακόμα περισσότερο όταν είναι Ελληνας.

Στη συνέντευξή του στην «Κ», ο Senior Vice President της φαρμακευτικής GlaxoSmithKline, Γιώργος Κατζουράκης, μιλάει για το πώς θα μπορούσε η Ελλάδα να γίνει επενδυτικός μαγνήτης για πολυεθνικές, για τον έλεγχο της φαρμακευτικής δαπάνης και το πώς βιώνουν οι βρετανικές επιχειρήσεις το Brexit.

– Υπό ποιες συνθήκες θα μπορούσε η Ελλάδα να επωφεληθεί από την αβεβαιότητα λόγω Brexit και να προσελκύσει μεγάλες επενδύσεις;

– Αυτή τη στιγμή η Ελλάδα δεν μπορεί να προσελκύσει επενδύσεις που απαιτούν μεγάλα και μακροπρόθεσμα κεφάλαια. Για να συμβεί αυτό, θα πρέπει να σταθεροποιηθεί ως οικονομία και να πείσει για την αξιοπιστία της. Αυτό ίσως χρειαστεί 10 έως 15 χρόνια. Διότι προϋποθέτει ένα σταθερό και προβλέψιμο οικονομικό, φορολογικό και επενδυτικό περιβάλλον, εκσυγχρονισμό της αγοράς εργασίας, σταθερότητα και συνέχεια στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και, κυρίως, να διαμορφωθεί νοοτροπία, η οποία υποστηρίζει την επιχειρηματικότητα.

– Και μέχρι τότε;

– Η Ελλάδα μπορεί να προσελκύσει επενδύσεις μικρότερης κεφαλαιακής έντασης, οι οποίες όμως θα προσφέρουν ανάπτυξη και απασχόληση. Πέραν του τουρισμού και της ναυτιλίας, η Ελλάδα αποτελεί ελκυστικό προορισμό για νέες τεχνολογίες, έρευνα και ανάπτυξη, κλινική έρευνα και υπηρεσίες μεγάλου όγκου, όπως για παράδειγμα τα call centers. Η Ελλάδα διαθέτει αξιόλογους επιστήμονες και έχει επιδείξει σημαντικές επιδόσεις στην έρευνα και ανάπτυξη και στην κλινική έρευνα, ενώ πολλές εταιρείες στον κλάδο έχουν επενδύσει διαχρονικά τόσο σε ανθρώπινο δυναμικό όσο και στην κλινική έρευνα, η οποία, δυστυχώς, έχει περιοριστεί τα τελευταία χρόνια λόγω της κρίσης. Η εταιρεία μας απασχολεί σήμερα περισσότερους από 200 εργαζομένους υψηλού μορφωτικού επιπέδου στην Ελλάδα, ενώ μόνον την τελευταία πενταετία έχει επενδύσει περισσότερα από 6,5 εκατ. σε κλινικές μελέτες, διευκολύνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την πρόσβαση σε περισσότερους από 2.500 Ελληνες ασθενείς σε καινοτόμους θεραπείες.

– Πώς μπορεί να στηριχθεί η ελληνική φαρμακοβιομηχανία; Η απάντηση μιας πολυεθνικής έχει ενδιαφέρον.

– Οι ελληνικές κυβερνήσεις πρέπει και μπορούν να στηρίξουν την εγχώρια φαρμακοβιομηχανία. Αυτό προϋποθέτει τα εξής:

• Πρώτον, το κράτος να καταλάβει ότι το πρόβλημα της ελληνικής αγοράς δεν είναι πρόβλημα τιμών, αλλά κατανομής πόρων. Οι τιμές στην Ελλάδα είναι χαμηλότερες κατά 20%-30% από τις κατώτατες τιμές που ισχύουν στην Ευρώπη, αν συνυπολογιστούν οι υποχρεωτικές εκπτώσεις και οι επιπρόσθετες αυτόματες επιστροφές (rebates και clawback) με τις οποίες επιβαρύνονται οι τιμές λόγω της συνεχόμενης υπέρβασης της φαρμακευτικής δαπάνης.

• Δεύτερον, το κράτος βάζει τους κανόνες με τρόπο που να προσελκύουν επενδύσεις, να δίνονται κίνητρα για καινοτομία, έρευνα και ανάπτυξη, να εξασφαλίζεται η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων, η ρευστότητα στην αγορά, να αποπληρώνονται οι οφειλές κ.λπ.

– Παρ’ όλα αυτά βλέπουμε μια τεράστια φαρμακευτική δαπάνη.

– Η λύση του προβλήματος στηρίζεται στην εξάπλωση των γενοσήμων για όλα τα φάρμακα που είναι εκτός πατέντας. Η κίνηση αυτή θα ρίξει περισσότερο τις τιμές και θα δώσει περισσότερη δουλειά στην εγχώρια φαρμακοβιομηχανία. Ταυτόχρονα, η εξοικονόμηση πόρων θα επιτρέψει στο κράτος και στα Ταμεία να διαπραγματευτούν καλύτερες τιμές και όρους πληρωμής για τα ακριβά φάρμακα. Ετσι, θα μειώσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές, θα ρίξει το συνολικό κόστος για τα Ταμεία και θα δώσει σε περισσότερο κόσμο πρόσβαση σε φθηνά –γενόσημα– και ακριβά φάρμακα –εξειδικευμένα, με πατέντα κ.λπ.–, και τέλος θα εξασφαλίσει πόρους για χρηματοδότηση της έρευνας. Παράλληλα με την αύξηση της διείσδυσης και χρήσης των γενοσήμων και off-patent προϊόντων στην αγορά, που θα συμβάλλουν στην εξοικονόμηση πόρων και στη μελλοντική ανακατανομή αυτών σε καινοτόμους θεραπείες, το κράτος θα πρέπει να αναπτύξει μηχανισμούς αξιολόγησης της αξίας των καινοτόμων θεραπειών, καθώς και, μεταξύ άλλων, μητρώα ασθενών που θα επιτρέπουν την καταγραφή και παρακολούθηση τόσο της έκβασης των θεραπειών όσο και της χρήσης αυτών, συμβάλλοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο στη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων για τη διαμόρφωση της φαρμακευτικής πολιτικής. Δηλαδή τον καθορισμό της αναλογίας χρήσης γενοσήμων, off-patent και καινοτόμων προϊόντων ανάλογα με τις πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού, π.χ. την επιδημιολογία, τη νοσηρότητα κ.λπ.  

– Πώς μπορεί το κράτος να δημιουργήσει έναν τέτοιο μηχανισμό;

– Υπάρχουν συστήματα που εξασφαλίζουν τα συμφέροντα όλων των πλευρών. Θα σας αναφέρω, ως παράδειγμα, ένα που εφαρμόζεται από χώρες που έχουν στη φιλοσοφία τους την «οικουμενική πρόσβαση στο φάρμακο». Δηλαδή όλοι οι ασθενείς να έχουν πρόσβαση και στο ακριβό και στο σπάνιο φάρμακο μέσω του συστήματος υγείας, του Ταμείου τους κ.λπ.

Το Ταμείο και το κράτος κάνουν μια σκληρή διαπραγμάτευση με τις φαρμακοβιομηχανίες, όπου οι δύο πλευρές συμφωνούν στα κριτήρια αξιολόγησης και αναλαμβάνουν όλοι το ρίσκο τους. Με απλά λόγια, το σύστημα αυτό λέει ότι αφού νομίζεις ότι έχεις το καλύτερο φάρμακο και γι’ αυτό το πουλάς τόσο ακριβά, τότε βάλ’ το να αξιολογηθεί με του ανταγωνιστή σου κι αν πράγματι είναι καλύτερο, θα πληρωθείς.

Η υιοθέτηση ευρωπαϊκών πρακτικών, όπως για παράδειγμα της Γερμανίας ή της Αγγλίας, δεν προβάλλει ωστόσο βραχυπρόθεσμα εφικτή για την Ελλάδα, καθώς απουσιάζουν οι απαραίτητοι μηχανισμοί υλοποίησης και η υποδομή. Για παράδειγμα, δεν υπάρχουν συστήματα αξιολόγησης της αξίας των καινοτόμων φαρμάκων σε σύγκριση με αυτές που αποτελούσαν μέχρι σήμερα την καθιερωμένη φαρμακευτική αγωγή.

Μια πρακτική που θα μπορούσε να εφαρμοστεί εν δυνάμει σύντομα και στην Ελλάδα είναι η υιοθέτηση διαφόρων μηχανισμών διαπραγμάτευσης (π.χ. συμφωνίες επιμερισμού ρίσκου ή όγκου-τιμής), η οποία λαμβάνει χώρα μεταξύ του ασφαλιστικού φορέα και των φαρμακευτικών εταιρειών, με στόχο να διασφαλιστεί αφενός η άμεση πρόσβαση των ασθενών στις καινοτόμους θεραπείες και αφετέρου η βιωσιμότητα των φαρμακευτικών προϋπολογισμών, μέσω της παροχής εκπτώσεων και άλλων παροχών από την πλευρά της φαρμακοβιομηχανίας.

Αυτό το σύστημα κάνει όλες τις πλευρές να τιμολογούν πιο ορθολογικά και να επενδύουν σε έρευνα και ανάπτυξη για να είναι σίγουροι ότι πράγματι το φάρμακο είναι ποιοτικά ανώτερο και μοναδικό και γι’ αυτό είναι ακριβό. Από την πλευρά του το κράτος εξοικονομεί χρήματα και εξασφαλίζει την πρόσβαση στο ακριβό και σπάνιο φάρμακο.

– Η επικοινωνία του φαρμάκου αλλάζει;

– Εμείς αποφασίσαμε εδώ και ενάμιση χρόνο να αλλάξουμε τον τρόπο επικοινωνίας των φαρμάκων μας κάνοντας χρήση της τεχνολογίας. Οι τεχνολογικές εξελίξεις παρέχουν τη δυνατότητα να ενημερώνουμε τους Επαγγελματίες Υγείας με νέους τρόπους, στον χρόνο, στο μέρος και μέσω των καναλιών που τους εξυπηρετούν. Επιπροσθέτως, μπορούμε πλέον να ενημερώνουμε περισσότερους γιατρούς απ’ ό,τι παραδοσιακά, καθώς μέσω του Ιντερνετ δεν υπάρχει όριο στον αριθμό των γιατρών που μπορούν να παρακολουθήσουν ένα webinar ή τους δίνεται η δυνατότητα να το κάνουν αναδρομικά. Σε ένα συνέδριο, υπάρχει χρονικό όριο καθώς και όριο στον αριθμό συμμετεχόντων γιατρών. Τα στοιχεία μέχρι στιγμής δείχνουν ότι οι πωλήσεις παρουσίασαν αύξηση δικαιώνοντας την επιλογή αυτή.

Δεν έχουμε «αισθανθεί» ακόμα το Brexit

– Πώς βιώνετε ως πολυεθνική στο Λονδίνο το Brexit και ποιες οι επιπτώσεις;

– Δεν νιώθουμε ακόμα τις επιπτώσεις. Πιστεύουμε ότι η Βρετανία θα βρει τον τρόπο ώστε να παραμείνει ένα ελκυστικό επενδυτικό περιβάλλον, όπως είναι σήμερα, και στη μετά Brexit εποχή. Σε αυτό το ελκυστικό περιβάλλον περιλαμβάνω και το θέμα της αγοράς εργασίας, την κινητικότητα και την απασχόληση εργαζομένων από Ε.Ε. ή τρίτες χώρες. Για τον λόγο αυτό, άλλωστε, αποφασίσαμε να προχωρήσουμε σε επένδυση 275 εκατ. λιρών που αφορά στην κατασκευή εργοστασίου στη Βρετανία για την παραγωγή φαρμάκων. Βέβαια, η μεταβατική περίοδος δεν αναμένεται εύκολη, καθώς υπάρχει έντονη πολιτική συζήτηση, ενώ πρέπει να αντιμετωπιστεί ένας τεράστιος όγκος διαδικαστικών αλλά και στρατηγικών επιλογών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ