ΚΟΣΜΟΣ

Προς νέο Ψυχρό Πόλεμο;

ΜΑΝΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η πρόσφατη σύνοδος των Ευρωπαίων ηγετών στις Βρυξέλλες επιβεβαίωσε τη διάσταση απόψεων που υπάρχει μέσα στην Ε.Ε. αναφορικά με το ζήτημα της Ρωσίας. Μετά την προσάρτηση της Κριμαίας τον Μάρτιο του 2014, δημιουργήθηκαν τρεις ομάδες χωρών: οι «ψυχροπολεμιστές» (π.χ. Πολωνία, Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία), οι «επαναπροσεγγιστές» (π.χ. Ιταλία, Ελλάδα) και οι ουδέτεροι (π.χ. Γερμανία). Η κάθε ομάδα προτείνει διαφορετική στρατηγική έναντι της Ρωσίας, που αντιμετωπίζεται είτε ως «ζωτική απειλή» είτε ως ένας δύσκολος, αλλά χρήσιμος, γείτονας. Η διαφοροποίηση που παρατηρείται οφείλεται ξεκάθαρα στα εθνικά συμφέροντα που έχει η κάθε χώρα-μέλος.

Ωστόσο, η συνολική ευρωπαϊκή στάση έναντι της Μόσχας τελικά θα καθοριστεί από την εξέλιξη των ρωσοαμερικανικών σχέσεων. Δυστυχώς, φαίνεται ότι βρισκόμαστε μπροστά σε έναν νέο, περιορισμένου εύρους, Ψυχρό Πόλεμο. Η μεταφορά αμερικανικών δυνάμεων στην Ανατολική Ευρώπη, η συχνή επίδειξη ρωσικών οπλικών συστημάτων και η χρήση αντιαμερικανικής και αντιρωσικής ρητορικής καταδεικνύουν ότι οι δύο χώρες διακατέχονται από μεγάλη καχυποψία και προετοιμάζονται για το χειρότερο σενάριο.

Μια νέα γραμμή αντιπαράθεσης που έχει δημιουργηθεί ξεκινάει από τη Βαλτική Θάλασσα, περνάει από την Ουκρανία και καταλήγει στη Συρία. Υπό αυτές τις συνθήκες, έχει μεγάλο ενδιαφέρον η θέση της Τουρκίας.

Πιστή στην ιστορική της παράδοση, η γειτονική χώρα προσπαθεί να αποκτήσει ξανά τον ρόλο του «επιτήδειου ουδέτερου». Το καθεστώς Ερντογάν συστρατεύεται με τις ΗΠΑ στη μάχη εναντίον του Ισλαμικού Κράτους προκειμένου να αποτρέψει τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κουρδικού κράτους. Ταυτόχρονα, η Aγκυρα προσπαθεί να εξομαλύνει τις σχέσεις της με τη Μόσχα και να κλείσει ένα μέτωπο που της δημιουργούσε ανασφάλεια. Μέσα σε αυτό το ασταθές περιβάλλον ασφάλειας, τα περιθώρια δράσης που έχει η ελληνική διπλωματία είναι εξαιρετικά περιορισμένα. Η συμμαχία με τη Δύση είναι ο σημαντικότερος πυλώνας της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής που τέθηκε υπό αμφισβήτηση μόνο δύο φορές τα τελευταία εκατό χρόνια: κατά τη διάρκεια του Εθνικού Διχασμού και την περίοδο του Εμφυλίου. Παρά τις παλινωδίες της, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει αποδεχθεί τη συμμετοχή της χώρας στις ευρωατλαντικές δομές γιατί κατανοεί ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη εναλλακτική. Η Ρωσία δεν έχει διαθέσιμους πόρους να βοηθήσει την Ελλάδα και δίνει μάχη οπισθοφυλακής στα Δυτικά Βαλκάνια (π.χ. Σερβία).

Αντιθέτως, το Κρεμλίνο είναι αποφασισμένο να στηρίξει τον πρόεδρο Ασαντ στη Συρία μέχρι το τέλος. Το διακύβευμα δεν είναι απλά η επιβίωση του μπααθικού καθεστώτος, αλλά η αξιοπιστία της Ρωσίας ως μεγάλης δύναμης στο εξελισσόμενο διεθνές σύστημα. Αν η Μόσχα δεν προστατεύσει αποτελεσματικά τον Ασαντ, θα καταρρεύσει το σύστημα συμμαχιών που έχει οικοδομήσει στον Καύκασο και στην Κεντρική Ασία. Η επικείμενη εκλογή της Χίλαρι Κλίντον δεν επιτρέπει μεγάλη αισιοδοξία για την πορεία των ρωσoαμερικανικών σχέσεων. Η Αμερικανίδα πολιτικός θεωρεί τη Ρωσία απειλή για την ασφάλεια των ΗΠΑ· αυτή η εκτίμηση ενισχύθηκε πρόσφατα από την υποκλοπή των emails της από Ρώσους χάκερ. Παρά τις προσπάθειες που έχουν γίνει, το διεθνές σύστημα εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από ένοπλες συγκρούσεις και διακρατικούς ανταγωνισμούς. Η υπέρτατη υποχρέωση της ελληνικής πολιτικής ελίτ είναι να διασφαλιστούν τα εθνικά συμφέροντα και να προστατευτεί η χώρα από τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις που διαφαίνονται στον ορίζοντα.

*Ο κ. Μ. Καραγιάννης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και στο King’s College London.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ