ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Τα οικονομικά δεδομένα στην υπηρεσία λαϊκιστών πολιτικών ανά τον κόσμο

PATRICIA COHEN / ΝΕW YORK TIMES

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στην προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση στις ΗΠΑ, μεταξύ Μπαράκ Ομπάμα και Μιτ Ρόμνεϊ, είχε κυκλοφορήσει στις αρχές Οκτωβρίου μια προειδοποίηση στο Twitter ότι έχει οργανωθεί συνωμοσία από την κυβέρνηση για να επηρεάσει το εκλογικό αποτέλεσμα προς όφελος των Δημοκρατικών. Το μήνυμα αυτό διαδόθηκε λίγα λεπτά μετά τα στοιχεία από το υπουργείο Εργασίας για τη μεγαλύτερη μηνιαία μείωση του δείκτη της ανεργίας τα τελευταία εννέα χρόνια. «Ο αριθμός των νέων θέσεων εργασίας είναι σχεδόν απίστευτος... αυτοί οι τύποι στο Σικάγο (εννοώντας στελέχη της κυβέρνησης Ομπάμα) θα έκαναν τα πάντα... δεν αμφιβάλλω ότι άλλαξαν τα νούμερα». Το κείμενο αυτό γράφτηκε στις 5 Οκτωβρίου το 2012 στο Twitter. Και αν νομίζετε ότι συντάκτης του είναι ο Ντόναλντ Τραμπ, κάνετε λάθος. Ο Τζακ Oυέλτς το συνέταξε, ο θρυλικός και νυν συνταξιούχος διευθύνων σύμβουλος της General Electric. Αρκετό καιρό μετά ο κ. Oυέλτς είχε παραδεχθεί ότι δεν είχε καμία απόδειξη στα χέρια του για παραποίηση στοιχείων όταν διετύπωνε εκείνη την εκτίμηση. Απλώς τα επίσημα στοιχεία δεν εναρμονίζονταν με τις δικές του παρατηρήσεις για την πορεία της οικονομίας.

Ολη αυτή η δυσπιστία, η οποία επί σειράν ετών διαχεόταν σχετικά με την ακρίβεια και την αξιοπιστία των καθημερινών οικονομικών στοιχείων που δημοσιοποιούσε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, μετατράπηκε στην τρέχουσα προεκλογική εκστρατεία σε κραυγή. Ο Ντόναλντ Τραμπ, κατά τρόπο εσφαλμένο, επιμένει ότι «οι Αμερικανοί χάνουν θέσεις εργασίας σε άλλες χώρες πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι στο παρελθόν». Αυτό αιτιολογεί γιατί οι σχεδόν μισοί από τους οπαδούς του δεν έχουν εμπιστοσύνη στα στατιστικά δεδομένα του κράτους, ενώ από τους υποστηρικτές της Χίλαρι Κλίντον μόνον το 5% δήλωσε ότι δυσπιστεί. Οπότε εγείρεται το ερώτημα κατά πόσον είναι αξιόπιστα τα στοιχεία των ομοσπονδιακών αρχών για την ανεργία; Ακριβώς όπως συμβαίνει με όλα τα στατιστικώς καταμετρηθέντα στοιχεία, αυτά μπορεί να είναι και αληθινά και μη ακριβή.

Η μηνιαία έκθεση του Γραφείου Στατιστικών Εργασίας των ΗΠΑ για την απασχόληση συγκροτείται βάσει δύο επιμέρους ξεχωριστών ερευνών, οι οποίες εξυπηρετούν και διαφορετικούς σκοπούς. Η πρώτη, η οποία καταρτίζεται από το Γραφείο Απογραφής από το 1942, και δίνει τη δυνατότητα στην κυβέρνηση να υπολογίσει τον αριθμό όσων εργάζονται και να εκτιμήσει τον δείκτη ανεργίας, έχει ως βάση τα νοικοκυριά. Η πιο συχνή παρανόηση έχει να κάνει με το ότι ο δείκτης της ανεργίας καθορίζεται αποκλειστικά και μόνον μετρώντας όσους λαμβάνουν επίδομα. Ομως δεν έχουν έτσι τα πράγματα, όπως επεξηγεί η Κάρεν Κοσανόβιτς. Γενικά, οποιοσδήποτε δηλώσει πως εργάζεται και πληρώνεται ακόμη και για εργασία μιας ώρας και μόνο στη διάρκεια της προηγούμενης εβδομάδας, θεωρείται στατιστικά ότι απασχολείται. Οποιοσδήποτε απολύεται ή βρίσκεται σε αναζήτηση εργασίας (αποστέλλοντας βιογραφικά κ.λπ.) τις προηγούμενες 4 εβδομάδες, ανεξαρτήτως εάν λαμβάνει προνοιακό επίδομα, θεωρείται άνεργος. Παράλληλα, όσοι άνθρωποι δεν αναζητούν εργασία, συμπεριλαμβανομένων φοιτητών, γονέων, που μένουν ευχαρίστως στο σπίτι να μεγαλώσουν τα παιδιά τους, και εκατομμυρίων συνταξιούχων, δεν θεωρείται ότι ανήκουν στο εργατικό δυναμικό. Η δεύτερη έρευνα ασχολείται με το πώς τα πρότυπα απασχόλησης μεταβάλλονται στο πέρασμα του χρόνου. Παρακολουθεί τους μισθούς και εστιάζει στις θέσεις εργασίας, όχι στους εργαζομένους. Οπότε ένα άτομο που δουλεύει δύο δουλειές θα καταμετρηθεί άπαξ από την έρευνα των νοικοκυριών (εφόσον ένα άτομο είναι απασχολούμενο) και δύο φορές από την έρευνα των μισθών (εφόσον αναφέρονται δύο δουλειές).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ