ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Με χαλάρωση κριτηρίων θα συνεχίσει η ΕΚΤ το QE και μετά τον Μάρτιο

FRANCESCO CANEPA, FRANK SIEBEIT / REUTERS

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΛΥΣΗ

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) είναι σχεδόν βέβαιο πως θα συνεχίσει μετά τον Μάρτιο να αγοράζει κρατικά ομόλογα της Ευρωζώνης και σκοπεύει να χαλαρώσει τα κριτήρια που ισχύουν στην επιλογή των ομολόγων αυτών προκειμένου να εκπληρώσει τους στόχους του συγκεκριμένου προγράμματος. Αυτό αποκάλυψαν πηγές στην ΕΚΤ, αν και η ευρωτράπεζα αρνήθηκε να σχολιάσει επίσημα το συγκεκριμένο άρθρο. Απώτερος στόχος των κινήσεων αυτών είναι να ενισχυθεί η ανάπτυξη στην Ευρωζώνη που φέρεται να λαμβάνει χώρα από τις αρχές του έτους. Τον Δεκέμβριο αναμένεται να αποφασίσουν οι υψηλοί αξιωματούχοι της ΕΚΤ για το πλαίσιο και τη διάρκεια του προγράμματος αγοράς κρατικών ομολόγων, που σήμερα ορίζεται στα 80 δισ. ευρώ ανά μήνα. Θα βασιστούν στις νέες προβλέψεις για την πορεία του πληθωρισμού και της ανάπτυξης. Στη συνάντηση της περασμένης εβδομάδας δεν συζητήθηκαν συγκεκριμένα οι επιλογές της ΕΚΤ και δεν σχηματίστηκε καμία θέση για την πολιτική που θα ακολουθηθεί μεσοπρόθεσμα. Ομως, πηγές προσκείμενες στις εξελίξεις είπαν ότι είναι σχεδόν βέβαιο πως θα συνεχιστεί το τύπωμα χρήματος πέρα από τον Μάρτιο, οπότε θεωρητικά λήγει το πρόγραμμα. Μια τέτοια εξέλιξη θα συμβάδιζε με τις κατευθυντήριες γραμμές που έδωσε ο Μάριο Ντράγκι, πρόεδρος της ΕΚΤ, την περασμένη εβδομάδα. Ο κεντρικός τραπεζίτης της Ευρωζώνης δήλωσε πως η ευρωτράπεζα θα διατηρήσει την επεκτατική πολιτική «έως ένα μεγάλο βαθμό» και απέκλεισε το απότομο κλείσιμο του προγράμματος αγοράς ομολόγων.

Τα τελευταία στοιχεία παρουσιάζουν μικρή αύξηση του πληθωρισμού και ενίσχυση κάποιων πτυχών της οικονομικής δραστηριότητας. Αναλυτικότερα, υπήρξε επέκταση της επιχειρηματικής δραστηριότητας αυτόν τον μήνα στον ταχύτερο ρυθμό του έτους. Επιπροσθέτως, ο δείκτης επιχειρηματικής εμπιστοσύνης του ινστιτούτου Ifo στη Γερμανία παρουσίασε απρόσμενη βελτίωση τον Οκτώβριο.

Παρ’ όλα αυτά, ο στόχος για την ενίσχυση των τιμών δεν αναμένεται να επιτευχθεί νωρίτερα από μία διετία, τουλάχιστον. Ούτε τα πιο τολμηρά μέλη στο διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ θεωρούν πως πρέπει να μπει ένας επίλογος στο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων τον Μάρτιο.

Μια παράταση σημαίνει ότι αναγκαστικά θα χαλαρώσουν οι περιορισμοί που έχει θέσει η ΕΚΤ στο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων. Βασικός λόγος είναι πως γίνονται όλο και πιο δυσεύρετα τα γερμανικά ομόλογα που ικανοποιούν τις προδιαγραφές της ευρωτράπεζας. Μια πιθανή αλλαγή θα ήταν να μειώσει η ΕΚΤ τις αγορές ομολόγων από χώρες που εμφανίζουν έλλειψη, όπως η Γερμανία. Δηλαδή να περιορίσει αναγκαστικά τις τοποθετήσεις σε έως και πενταετή χρεόγραφα που έχουν αποδόσεις χαμηλότερες από το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων. Αυτή η κίνηση θα σήμανε μικρή απόκλιση από βασικό κανόνα του προγράμματος, βάσει του οποίου οι αγορές ομολόγων γίνονται με γνώμονα τα κεφάλαια που τοποθετηθεί κάθε κράτος-μέλος στην ΕΚΤ. Και αυτά τα κεφάλαια προσδιορίζονται από το μέγεθος της εκάστοτε οικονομίας.

Εάν η ΕΚΤ εγκαταλείψει ή παρακάμψει εξ ολοκλήρου αυτόν τον κανόνα θα προκαλούσε μεγάλες αντιδράσεις σε πολιτικό και νομικό επίπεδο. Θα κατηγορούνταν ότι «χρηματοδοτεί κυβερνήσεις». Οι ίδιες πηγές παρατηρούν ότι η ΕΚΤ ήδη αποκλίνει από αυτόν τον κανόνα, αγοράζοντας ήδη λιγότερα ομόλογα Πορτογαλίας και Εσθονίας. Ολον τον καιρό η Γερμανία βρισκόταν σε καλύτερη θέση διότι η ΕΚΤ αγοράζει τα περισσότερα ομόλογά της καθώς είναι η μεγαλύτερη οικονομία στην Ευρωζώνη και άρα τοποθετηθεί τα περισσότερα κεφάλαια στην ευρωτράπεζα.

Ενας ακόμη τρόπος για τη χαλάρωση των κριτηρίων του προγράμματος θα ήταν η περαιτέρω μείωση του επιτοκίου αποδοχής καταθέσεων της ΕΚΤ για τα κεφάλαια των εμπορικών τραπεζών από το υφιστάμενο – 0,4%. Αμφισβητούνται, εν τούτοις, τα πλεονεκτήματα που θα υπάρξουν στην πραγματική οικονομία. Η ΕΚΤ εξετάζει, επίσης, την αγορά του ενός τρίτου από μια μεμονωμένη έκδοση ομολόγου, εκτός από τις περιπτώσεις που ισχύει η ρήτρα συλλογικής δράσης (CAC). Προς το παρόν, οι αρμόδιοι αξιωματούχοι δεν αποκαλύπτουν τα χαρτιά τους, αν και υπάρχει η κοινή αποδοχή πως θα είχε αρνητικό αντίκτυπο στον χρηματοπιστωτικό κλάδο μια περαιτέρω μείωση του επιτοκίου αποδοχής καταθέσεων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ