ΚΟΣΜΟΣ

Η ανεξαρτησία της Ροδεσίας

ΑΣΤΕΡΗΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΣ*

Με τα όπλα αντιμετωπίζει το νέο καθεστώς της Ροδεσίας την απεργία των μαύρων εργατών που ξεσπά σε ένδειξη διαμαρτυρίας εναντίον της διακήρυξης ανεξαρτησίας της χώρας, στην οποία προχωρεί η ρατσιστική λευκή μειοψηφία.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Ροδεσίας την 11η ώρα, της 11ης μέρας του 11ου μήνα του 1965 ήταν η πρώτη μονομερής απόσχιση αποικίας από το Ηνωμένο Βασίλειο μετά τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας από τις Ηνωμένες Πολιτείες – σχεδόν δύο αιώνες πριν. Οπως και στην περίπτωση των κτήσεων του Στέμματος στη Βόρεια Αμερική, η αντιπαράθεση ήταν ανάμεσα σε βρετανικής καταγωγής κατοίκους και στην κυβέρνηση στο Λονδίνο. Αυτή τη φορά, όμως, μια λευκή μειοψηφία ήθελε την ανεξαρτησία όχι για να οικοδομήσει δημοκρατικούς θεσμούς αλλά για να διατηρήσει τα προνόμιά της.

Υπεροχή της ισχνής λευκής μειοψηφίας σε ολόκληρη τη χώρα

Οι λευκοί κάτοικοι της Νότιας Ροδεσίας (όπως ήταν γνωστή η σημερινή Ζιμπάμπουε) ποτέ δεν ξεπέρασαν το 5% του πληθυσμού της (296.000 το 1975). Ο λευκός πληθυσμός της χώρας αυξήθηκε κυρίως στο διάστημα 1945-1955, όταν πάνω από 100.000 ιθαγενείς υποχρεώθηκαν με τη βία να μετακινηθούν από τις προγονικές τους εστίες, παραχωρώντας τη γη τους σε λευκούς εποίκους. Οι περισσότεροι από τους τελευταίους ήταν Βρετανοί στρατιωτικοί που είχαν πολεμήσει στην Ινδία, πρόσφυγες από την Ανατολική Ευρώπη και λευκοί μετανάστες από άλλες χώρες της Αφρικής. Η πλειοψηφία τους ανήκε σε χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα – και οι βρετανικές αρχές τους αντιμετώπιζαν με τη σχετική περιφρόνηση.

Οι λευκοί μετανάστες (ανάμεσά τους και πολλοί Ελληνες) πλήθυναν μετά το 1960, καθώς η μία μετά την άλλη οι χώρες της ηπείρου αποκτούσαν την ανεξαρτησία τους. Για ένα διάστημα, η Νότια Ροδεσία με το εύκρατο κλίμα της έγινε ένα «ασφαλές καταφύγιο» για τους λευκούς της Αφρικής. Τελικά, ένα μικρό υποσύνολο του λευκού πληθυσμού (ίσως και 0,5%) κατέληξε να κατέχει περίπου το 30% της καλλιεργήσιμης γης και, με δεδομένα τα πολύ χαμηλά ημερομίσθια για τους ιθαγενείς εργάτες, κατάφερε να απολαμβάνει ένα ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο διαβίωσης. Πέρα από τον αγροτικό τομέα, πολλοί λευκοί –όσοι δεν ασχολήθηκαν με το εμπόριο και τα ορυχεία– κατέλαβαν σχεδόν όλες τις υψηλόβαθμες θέσεις στις κρατικές υπηρεσίες και στον στρατό.

Η Νότια Ροδεσία παρέμεινε τόσο φυλετικά διαιρεμένη όσο και η γειτονική Νότια Αφρική. Οι μεικτοί γάμοι ήταν ελάχιστοι και οι δύο κοινότητες (λευκή και μαύρη) παρέμειναν γεωγραφικά απομονωμένες – η πρώτη εγκατεστημένη σε συγκεκριμένες γειτονιές στα αστικά κέντρα και η δεύτερη διεσπαρμένη σε μικρούς οικισμούς στην ύπαιθρο. Ωστόσο, η χώρα απέφυγε σε μεγάλο βαθμό τον θεσμικό ρατσισμό της Νότιας Αφρικής (το γνωστό Απαρτχάιντ) – παρότι οι λευκοί κατείχαν τον πλήρη έλεγχο των κρατικών θεσμών, διατηρώντας μάλιστα το δικό τους εκπαιδευτικό σύστημα και τις δικές τους υπηρεσίες υγείας.

Ο ρόλος του «σκληρού» και ασυμβίβαστου Ian Smith

Θεσμικά η Νότια Ροδεσία ήταν ιδιαίτερη περίπτωση στη Βρετανική Αυτοκρατορία, καθώς ήταν ημιανεξάρτητη από το 1923, όταν το Λονδίνο της είχε παραχωρήσει το δικαίωμα της αυτοδιοίκησης – έπειτα από 30 χρόνια διαχείρισης από την British South Africa Company, της εταιρείας του μεγιστάνα των ορυχείων και θερμού υπέρμαχου του βρετανικού ιμπεριαλισμού Cecil Rhodes. Το 1953, η Νότια Ροδεσία συνενώθηκε με τη Βόρεια Ροδεσία (σημερινή Ζάμπια) και τη Νυασαλάνδη (σημερινό Μαλάουι) για να αποτελέσουν την Κεντροαφρικανική Ομοσπονδία – με σκοπό την καθυστέρηση της παραχώρησης της ανεξαρτησίας στη μαύρη πλειοψηφία. Η Ομοσπονδία κατέρρευσε το 1963 και ενώ η Ζάμπια και το Μαλάουι έγιναν ανεξάρτητα, η λευκή ηγεσία στη Νότια Ροδεσία αρνήθηκε να παραιτηθεί από την εξουσία.

Η πολιτική του Λονδίνου ήταν η παραχώρηση της ανεξαρτησίας στις βρετανικές αποικίες, στη βάση του κανόνα «όχι ανεξαρτησία πριν από την αποδοχή της αρχής της πλειοψηφίας» (No Independence Before Majority Rule – NIBMAR). Ο Βρετανός πρωθυπουργός Harold Wilson μάλλον ήθελε μια εξαίρεση για την εφαρμογή της αρχής αυτής στην περίπτωση της Ροδεσίας, αλλά ο Καναδός πρωθυπουργός Lester Pearson τον έπεισε να την υιοθετήσει – τουλάχιστον στο επίπεδο διακηρύξεων.

Δυστυχώς στη Νότια Ροδεσία την εξουσία κατείχε ένας από τους πλέον – αν όχι ο πλέον– σκληρούς και ασυμβίβαστους πολιτικούς στην ιστορία της αποαποικιοποίησης: ο Ian Smith. Οπως τον περιέγραψε ο βρετανικός Guardian, ήταν «ένας άνθρωπος που το πρόσωπό του αντανακλούσε το μυαλό του». Το γυάλινο μάτι και το σχεδόν ανέκφραστο πρόσωπό του (ως πιλότος της RAF στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είχε τραυματιστεί και υποστεί πλαστική αποκατάσταση) «διεκήρυτταν την ισχυρογνωμοσύνη του προτού καν ανοίξει το στόμα του». Ο Smith ήταν αρχηγός των «σκληρών» του καθεστώτος, έχοντας ανατρέψει τον προηγούμενο πρωθυπουργό της χώρας Winston Field μ’ ένα «εσωτερικό πραξικόπημα» τον Απρίλιο του 1964.

Η διεθνής διάσταση του προβλήματος

H συντηρητική κυβέρνηση της Βρετανίας υπό τον Sir Alec Douglas-Home στάθηκε αδύνατο να πείσει τον Smith να κάνει παραχωρήσεις. Αλλά κι όταν τον Οκτώβριο του 1964 ο ηγέτης των Εργατικών Harold Wilson ανέλαβε την εξουσία και παρά τις μεγάλες εκπτώσεις που έκανε στις διαπραγματεύσεις και οι οποίες σχεδόν ανέτρεπαν πλήρως την αρχή NIBMAR (καθυστερώντας την ανάληψη της εξουσίας από τη μαύρη πλειοψηφία έως και το 2035), ο πρωθυπουργός της Ροδεσίας αποδείχθηκε αμετάπειστος. Τον Δεκέμβριο του 1975 δήλωσε προκλητικά ότι δεν πιστεύει «στην αρχή της εξουσίας της μαύρης πλειοψηφίας, ποτέ στη Ροδεσία, ούτε σε χίλια χρόνια». Το Λονδίνο εξέτασε την πιθανότητα στρατιωτικής επέμβασης, αλλά τελικά εγκατέλειψε την ιδέα όταν η νομιμοφροσύνη των βρετανικών στρατευμάτων δεν θεωρήθηκε δεδομένη.

Η Βρετανία, η Κοινοπολιτεία και ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών θεώρησαν τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας παράνομη και επέβαλαν τις πρώτες οικονομικές κυρώσεις στην ιστορία του ΟΗΕ. Αντιμέτωπη με σχεδόν απόλυτη διεθνή διπλωματική απομόνωση αλλά ευνοημένη από την αδυναμία των κυρώσεων να πλήξουν αποτελεσματικά την οικονομία της (λόγω πλημμελούς εφαρμογής), η Ροδεσία κατάφερε να συνεχίσει ως μη αναγνωρισμένο κράτος για δεκαπέντε ακόμη χρόνια – κυρίως με την υποστήριξη της Νότιας Αφρικής και της Πορτογαλίας (μέσω της γειτονικής Μοζαμβίκης). Αυτή τη φορά είχε όμως να αντιμετωπίσει την εξέγερση των μαύρων. Στην αρχή οι εκκλήσεις των δύο ανταγωνιστικών ανταρτικών κινημάτων –του ZANU και του ZAPU– για εξέγερση του πληθυσμού δεν βρήκαν ανταπόκριση. H «επανάσταση των γαριφάλων» στην Πορτογαλία το 1974 και η επακόλουθη ανεξαρτησία της Μοζαμβίκης (και της Ανγκόλας), αλλά και η αλλαγή πολιτικής της Νότιας Αφρικής ήταν οι βασικοί παράγοντες που οδήγησαν στην ανατροπή της λευκής μειοψηφίας στη Ροδεσία. Από τις βάσεις τους στη Μοζαμβίκη οι αντάρτες ξεκίνησαν επιθέσεις. Υπό την πίεση της Νότιας Αφρικής και της Ζάμπιας, ο Smith απελευθέρωσε τους Μουγκάμπε και Νκόμο – που ανέλαβαν αντίστοιχα τις ηγεσίες ZANU και ZAPU. Επειτα από αποτυχημένες συνομιλίες πολλών ετών και υπό το βάρος ενός εμφυλίου πολέμου με περισσότερους από 30.000 νεκρούς, χωρίς συμμάχους και υπό την ασφυκτική πίεση της διεθνούς κοινότητας, ο Smith αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Επιστρέφοντας στη Ροδεσία το 1980, ύστερα από πέντε χρόνια στην εξορία, ο αρχηγός του ZANU Μουγκάμπε έγινε δεκτός από ένα ενθουσιώδες πλήθος – το μεγαλύτερο που είχε δει ποτέ η χώρα.

Μια πικρή μετα-αποικιακή περίοδος

Στην πρώτη του ομιλία ως ηγέτης της ανεξάρτητης Ζιμπάμπουε –όπως μετονομάστηκε η Ροδεσία– ήταν απρόσμενα συμφιλιωτικός. Ακόμη κι ο Smith που λίγες εβδομάδες πριν τον είχε χαρακτηρίσει ως «απόστολο του Σατανά», τον βρήκε «νηφάλιο και υπεύθυνο». Ολοι ήταν ενθουσιασμένοι για την ομαλή μετάβαση στη δημοκρατία. Στο τελευταίο μιας σειράς ντοκιμαντέρ για την ιστορία της Αφρικής, ο Βρετανός ιστορικός Basil Davidson πρόβλεψε ότι η Ζιμπάμπουε θα αποτελούσε το λαμπρό παράδειγμα ανάπτυξης στην ήπειρο. Δυστυχώς, μόλις δύο δεκαετίες αργότερα, η Ζιμπάμπουε είχε μεταμορφωθεί από το «σιτοβολώνα» (bread-basket) της Αφρικής, στο «άδειο καλάθι» (basket-case) της ηπείρου – αντιμετωπίζοντας περιοδικά το φάσμα εκτεταμένων λιμών. Αντί οι φάρμες των λευκών να καταλήξουν στους ακτήμονες αγρότες, πέρασαν στην ιδιοκτησία κομματικών στελεχών του κυβερνώντος ZANU-PF και βετεράνων του πολέμου της ανεξαρτησίας.

Η κακή διαχείριση ήταν τέτοιας έκτασης, που ο πληθωρισμός, σύμφωνα με μια εκτίμηση, ξεπέρασε το 2009 το 500 δισεκατομμύρια τοις εκατό. Το 2016  και στα 92 του χρόνια, ο  Μουγκάμπε  βρίσκεται  στην εξουσία  χωρίς  διακοπή  επί 36 χρόνια.

Ο Ian Smith δεν ακολούθησε τους δεκάδες χιλιάδες λευκούς συμπατριώτες του που εγκατέλειψαν τη χώρα όταν το καθεστώς αποφάσισε να ενθαρρύνει τις καταλήψεις των κτημάτων τους. Αποσύρθηκε στη φάρμα του όπου συνέχισε να δίνει συνεντεύξεις μέχρι τον θάνατό του το 2007. Ποτέ δεν έδειξε μετανιωμένος για την άρνησή του να δεχθεί την αρχή της ισότητας, ποτέ δεν ζήτησε συγγνώμη για τις πράξεις του και ποτέ δεν έκρυψε τον ρατσιστικές του αντιλήψεις. Και η δυστυχής Ζιμπάμπουε συνέχισε να κυβερνάται από μια άλλου χρώματος εκδοχή του.

* Ο κ. Αστέρης Χουλιάρας είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ