ΕΛΛΑΔΑ

Το θαύμα της Μονής Βατοπαιδίου

ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΖΙΜΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οταν ο Καταλανός τροβαδούρος Τζουζέπε Τέρο διάβηκε μια μέρα του 1993 την πύλη του Αγίου Ορους, δασκαλεμένος από τον φίλο του αρχιτέκτονα Φαίδωνα Χατζηαντωνίου για το πού θα πάει και πώς πρέπει να συμπεριφερθεί, δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι θα ερχόταν αντιμέτωπος με τις αμαρτίες των συμπατριωτών προγόνων του τον Μεσαίωνα. Με το που πέρασε την πόρτα μιας μονής και είπε στον αρχοντάρη, τον επί των δημοσίων σχέσεων ας πούμε, ότι είναι Καταλανός, εκείνος εξαγριώθηκε και του ζήτησε να τα μαζέψει και να εγκαταλείψει αμέσως το μοναστήρι. Για τον εξαγριωμένο καλόγερο –και όχι μόνο– «Καταλανός» σήμαινε το απόλυτο κακό, εξαιτίας των μεγάλων καταστροφών και των λεηλασιών που είχαν διαπράξει στις αρχές του 14ου αιώνα στο Αγιον Ορος οι μισθοφόροι από την Ιβηρική χερσόνησο.

Σοκαρισμένος, ο καλλιτέχνης επέστρεψε στην πατρίδα του και, όταν αργότερα ο επιστήθιος φίλος του, ποιητής Κάρλες Ντουάρτε, ανέλαβε το πόστο του γενικού γραμματέα της καταλανικής κυβέρνησης, ο Τέρο τον έπεισε πως έπρεπε να κάνουν κάτι για να «απαλείψουν το στίγμα» από το έγκλημα που διέπραξαν οι ομοεθνείς τους σ’ έναν χριστιανικό ιερό τόπο και συμφώνησαν να χρηματοδοτήσουν την αναστήλωση στον Αθω ενός μνημείου. Δέκα χρόνια μετά, και συγκεκριμένα στις 2 Νοεμβρίου 2003, οι δύο λόγιοι Καταλανοί και ο Χατζηαντωνίου, αρχιτέκτονας του Κέντρου Διαχείρισης Αγιορείτικης Κληρονομίας (ΚΕΔΑΚ) τότε, βρέθηκαν στο Βατοπαίδι, όπου ρυθμίστηκαν οι λεπτομέρειες για τη χρηματοδότηση με το συμβολικό ποσό των 240.000 ευρώ της αποκατάστασης ενός ιστορικού κτιρίου του 16ου αιώνα, το οποίο θα στέγαζε το περίφημο σκευοφυλάκιο της μονής. Οπως και έγινε.

Ηταν ένα πολύ μικρό κομμάτι από το τεράστιο αναστηλωτικό έργο που αθόρυβα, ως είθισθαι εξάλλου στην αγιορείτικη πολιτεία, πραγματοποιείται τα τελευταία είκοσι χρόνια στο πλουσιότερο σε βυζαντινά κειμήλια και πλέον εντυπωσιακό σε εγκαταστάσεις μοναστήρι του Αθω, αυτό του Βατοπαιδίου. Υπό την επίβλεψη του ΚΕΔΑΚ και με πόρους προερχομένους από το ΕΣΠΑ, την πολιτεία αλλά και την ίδια τη μονή, 170 αρχιτέκτονες, μηχανικοί, τεχνίτες κοσμικοί αλλά και μοναχοί παίρνουν μέρος στο δύσκολο εγχείρημα, της αποκατάστασης και αναστήλωσης ενός επιβλητικού κτιριακού συγκροτήματος 35.000 τετραγωνικών μέτρων, εντυπωσιακής αρχιτεκτονικής στο μεγαλύτερο μέρος του, με τεχνικές και αισθητικές ιδιαιτερότητες που επιβάλλουν υψηλό αίσθημα ευθύνης απ’ όλους τους συμμετέχοντες, ποιότητα στη δουλειά, υψηλή τεχνογνωσία και βεβαίως χρήματα. Μερικοί κάνουν λόγο για «αναστηλωτικό θαύμα» στο Βατοπαίδι.Η μονή για όσους την επισκέπτονται τα τελευταία χρόνια δίνει την εικόνα μεγάλου εργοταξίου, χωρίς ωστόσο αυτό να αφαιρεί από το αισθητικό μεγαλείο της. Ο αρχιτέκτονας Πέτρος Κουφόπουλος συμμετέχει, ως μέλος μιας μεγαλύτερης ομάδας μελετητών, στο «τεράστιο», όπως το χαρακτηρίζει μιλώντας στο «Κ», έργο.

«Μέχρις ότου αναλάβει στις αρχές της δεκαετίας του ’90 η σημερινή αδελφότητα, στο μοναστήρι είχε να μπει καρφί περισσότερα από 70 χρόνια. Η μονή ήταν ιδιόρρυθμη και είχε περιέλθει σε περίοδο εγκατάλειψης. Οι πατέρες της νέας αδελφότητας, αντί να προβούν σε επιπόλαιες εργασίες και παρεμβάσεις, έκαναν κάτι που δεν συνηθίζεται στην Ελλάδα. Προχώρησαν στη μελέτη και τη συγκρότηση ενός μακροχρόνιου σχεδιασμού, ενός, ας πούμε, master plan, στη βάση του οποίου δουλεύουμε και σήμερα».

Ο επίσης αρχιτέκτων και πρώην μέλος του Δ.Σ. του ΚΕΔΑΚ και της Εφορείας Αρχαιοτήτων Χαλκιδικής, Μίλτος Πολυβίου, τονίζει πως «από την ημέρα που ήρθαν οι σημερινοί πατέρες στο Βατοπαίδι, έδωσαν τεράστια ποσά για την αναστήλωση του μοναστηριού, για έργα υψηλής ποιότητας, έφεραν ειδικούς ακόμα και από το εξωτερικό για τη συντήρηση και την ανάδειξη του μνημειακού του πλούτου με τρόπο ιδανικό».

Εως τώρα έχουν ολοκληρωθεί οι εργασίες στα δύο τρίτα των προβλεπόμενων για αναστήλωση και αποκατάσταση κτιρίων –η συντήρηση των βυζαντινών κειμηλίων αποτελεί άλλο ξεχωριστό, εξίσου σημαντικό έργο– και σύμφωνα με τον κ. Κουφόπουλο, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρχουν οι απαραίτητες πιστώσεις, υπολογίζεται ότι στα εφτά επόμενα χρόνια θα έχουν τελειώσει στο κεντρικό κτιριακό συγκρότημα της μονής, που βρίσκεται στην ανατολική ακτή της χερσονήσου του Αθω.

«Υπάρχει πίεση από τις ίδιες τις ανάγκες της μονής, λόγω του μεγάλου αριθμού μοναχών και επισκεπτών, αλλά από την άλλη μεριά δεν μπορεί να επιταχύνουμε περισσότερο για λόγους τεχνικούς. Είναι φυσικά και θέματα χρηματοδότησης. Οι μελέτες, οι προϋπολογισμοί για το σύνολο των έργων, των κτιρίων εντός του περιβόλου της μονής έχουν ολοκληρωθεί. Δεν υπάρχει κτίριο που να μην το έχει μελετήσει το μοναστήρι και να μην είναι έτοιμο προκειμένου να υποβάλει, όταν έρθει η σειρά του για κάποια χρηματοδότηση, το σχέδιο ώστε να γίνει η αποκατάσταση».

Οσον αφορά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι αναστηλωτές, ο κ. Κουφόπουλος λέει: «Το πιο δύσκολο σ’ αυτό το μοναστήρι και γενικά στα μοναστήρια που χρησιμοποιούν λάμπες πετρελαίου και τζάκια, είναι ότι δεν έχουν παροχές ρεύματος, νερού κ.λπ. και σήμερα πρέπει να φτιάξουμε εγκαταστάσεις για τοποθέτηση κλιματισμού, συστήματος πυρόσβεσης, υδραυλικά κ.ά. Προσπαθούμε να κάνουμε τις ελάχιστες δυνατές επεμβάσεις ώστε να διατηρηθεί η αυθεντικότητά τους. Η εγκατάσταση αυτών των δικτύων είναι το πιο δύσκολο εγχείρημα που αντιμετωπίζουμε».

Καθώς η χερσόνησος του Αθω θεωρείται από τις περιοχές υψηλού σεισμικού κινδύνου –ο ισχυρός σεισμός της Ιερισσού το 1932 είχε προκαλέσει μεγάλες ζημιές στο Βατοπαίδι–, μηχανικοί και αρχιτέκτονες υλοποιούν με σύγχρονες μεθόδους την αντισεισμική θωράκιση των παμπάλαιων κτιριακών εγκαταστάσεων.

«Εχουν πρόβλημα τα κτίσματα, γιατί είναι τοιχοποιίες με πολλή ξυλεία ενσωματωμένη. Στην πρώτη φάση ήταν πολύ ανθεκτικά, γιατί το ξύλο άντεχε και παρείχε επάρκεια ασφάλειας. Οταν “γέρασαν” οι κατασκευές και έγιναν 150-200 χρόνων, στα άκρα τα ξύλα αποδυναμώθηκαν από τη φθορά. Εχουμε στη μονή πτέρυγα έξι ορόφων, όπου μένουν εβδομήντα πατέρες.

«Αναπτύξαμε ένα σύστημα, στο Βατοπαίδι κυρίως, που λέγεται “έμπλεκτο” και σύμφωνα με το οποίο, χωρίς να χαλάμε το παραδοσιακό κτίσμα-σκελετό, εμπλέκουμε έναν αόρατο γαλβανισμένο μεταλλικό σκελετό και του προσδίδουμε έτσι την ακαμψία και την αντοχή που χρειάζεται».

Οι πολύχρονες εργασίες σ’ ένα κτιριακό συγκρότημα με τόσο βαρύ ιστορικό-θρησκευτικό φορτίο και απίστευτο πολιτιστικό πλούτο στις βιβλιοθήκες, στους ναούς και στις κρύπτες δεν θα μπορούσαν παρά να κρύβουν εκπλήξεις για τους εργαζομένους στις στέγες και τις σκαλωσιές.

Μία από αυτές αφηγείται ο κ. Χατζηαντωνίου και αφορούσε σ’ έναν θησαυρό αποτελούμενο από θρησκευτικά βιβλία, περγαμηνές, χειρόγραφα, βυζαντινές εικόνες, κώδικες από τον 12ο έως και τον 18ο αιώνα, ακόμα και αντίτυπο της τραγωδίας του Αισχύλου «Πέρσες», τυπωμένο το 1557 στο Παρίσι, τμήματα του έργου του Ομήρου που είχαν τυπωθεί το 1488 στο Μιλάνο κ.ά., ο οποίος βρέθηκε σχεδόν σε μορφή χαρτοπολτού (!) στη σκεπή της μονής.

«Οι ειδικοί και οι εργάτες που είχαν αναλάβει την αποκατάσταση της στέγης του Καθολικού της, όταν σήκωσαν τα παλιά μολυβδόφυλλα, αντίκρισαν κάτι σαν χωματερή. Οπως είναι γνωστό, οι Αγιορείτες μοναχοί δεν πετούσαν τίποτα. Ο,τι δεν χρειάζονταν το έκαιγαν ή το έβαζαν σε ένα χωνευτήρι δίπλα στο ιερό, για να... χωνέψει μαζί με το κτίριο. Στην προκειμένη περίπτωση, είχαν αφήσει τα κειμήλια να “πεθάνουν” στη στέγη του Καθολικού της μονής. Τα ευρήματα ήταν κρυμμένα εκεί επί 300 χρόνια, συντηρήθηκαν και σήμερα κοσμούν τις προθήκες στη βιβλιοθήκη της Μονής Βατοπαιδίου».

Κλείνοντας τη σύντομη ιστορία και «παρουσίαση» του αναστηλωτικού έργου της ιστορικής μονής του Αθω, δεύτερης στην τάξη και πρώτης σε κειμηλιακό πλούτο, όπως το έζησαν και το ζουν τρεις διακεκριμένοι αρχιτέκτονες και άριστοι γνώστες του αγιορείτικου γίγνεσθαι, ο κ. Κουφόπουλος τονίζει:
«Πρόκειται για εξαιρετικά μεγάλο έργο που το μοναστήρι μπορεί και υλοποιεί, και για τον επιπλέον λόγο ότι τα περισσότερα έργα τα κάνει μόνο του με τη βοήθεια πατέρων που είναι αφιερωμένοι στο αντικείμενο.»

Από πλευράς τεχνικής κάνει όλα τα έργα με αυτεπιστασία. Δεν φέρνει απέξω εργολάβους, αλλά αξιοποιεί τις δυνατότητες που έχουν μια σειρά από μοναχοί που είναι και μηχανικοί, προσωπικό τεχνικό και επιστημονικό, και τον εξοπλισμό που διαθέτει. Εχει λοιπόν μια αυτάρκεια από πλευράς υποδομών και έτσι μπορεί να διεκπεραιώνει τα έργα και αυτό έχει ένα τεράστιο όφελος. «Και επειδή δεν υπάρχει ο παράγοντας κέρδος, η ποιότητα της εργασίας είναι άριστη».

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ