ΚΟΣΜΟΣ

Στα βήματα του Νίξον ο Τραμπ

AFP

Δημοσιογράφοι στην «επεισοδιακή» συνάντηση με τον Τραμπ. Η αντιπαράθεση πλέον έχει οδηγηθεί σε άλλο επίπεδο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η αντιπαλότητα μεταξύ Αμερικανού προέδρου και Τύπου αποτελεί κοινό φαινόμενο στην αμερικανική πολιτική ιστορία. Ακόμη, όμως, και όσοι ιστορικοί βλέπουν ομοιότητες μεταξύ του εν αναμονή προέδρου Ντόναλντ Τραμπ και του Ρίτσαρντ Νίξον, εξηγούν ότι ο Τραμπ έχει ήδη οδηγήσει την αντιπαράθεση σε άλλο επίπεδο.

Τη Δευτέρα, ο Τραμπ κάλεσε δημοσιογράφους τηλεοπτικών δικτύων σε άτυπη συνάντηση στον Πύργο Τραμπ στη Νέα Υόρκη, όπου τους επέκρινε για τον τρόπο με τον οποίο κάλυψαν την εκστρατεία του. Την Τρίτη, χρησιμοποίησε το Twitter για να ακυρώσει αρχικά, προτού επιβεβαιώσει εντέλει, συνάντηση με εκπροσώπους των New York Times, χαρακτηρίζοντας την εφημερίδα «μοχθηρή» και «αποτυχημένη». Λίγες ώρες αργότερα, εγκαινίασε τη συνάντηση παραπονούμενος ότι «έπεσε θύμα μεγάλης αδικίας» από την εφημερίδα. Στο τέλος, έδειχνε να αλλάζει στάση αποκαλώντας τους Times «ένα μεγάλο αμερικανικό κόσμημα, ένα παγκόσμιο κόσμημα».

«Ελπίζω να μπορέσουμε να συνυπάρξουμε. Αναζητούμε το ίδιο πράγμα», είπε στους δημοσιογράφους των Times.

Ιστορικοί υπενθυμίζουν ότι πολλοί πρόεδροι και πολιτικοί αντέδρασαν στο παρελθόν, όταν θεωρούσαν ότι ο Τύπος τους αδικούσε. Πρωτοφανής είναι, όμως, η εμμονή του Τραμπ με την αρνητική προς το πρόσωπό του κάλυψη των ΜΜΕ.

«Η αντιδημοσιογραφική εμμονή του Τραμπ θυμίζει έντονα τη στάση του Ρίτσαρντ Νίξον», λέει η ιστορικός Κάθριν Κρέιμερ Μπράουνελ στο περιοδικό TIME.

Ο Νίξον έτρεφε έντονα συναισθήματα αντιπάθειας προς τα ΜΜΕ. Συνήθιζε μάλιστα να εκφοβίζει δημοσιογράφους και μέσα, με επικριτική απέναντί του στάση, διέταξε υποκλοπές τηλεφώνων δημοσιογράφων και απέφευγε συστηματικά να συναντάται με δημοσιογράφους που κάλυπταν τον Λευκό Οίκο. Το 1962, κατά τη διάρκεια της «τελευταίας συνέντευξης Τύπου», όπως χαρακτηριστικά την αποκάλεσε, ο Νίξον επέκρινε με δριμύτητα τους δημοσιογράφους για μεροληπτική κάλυψη της αποτυχημένης εκστρατείας του για κυβερνήτης της Καλιφόρνιας. «Δεν θα έχετε πια τον Νίξον για να τον βασανίζετε», τους είχε πει.

«Ο Νίξον πίστευε ότι δεν μπορεί να εμπιστευθεί τα ΜΜΕ για την προώθηση του μηνύματός του και αναζήτησε εναλλακτικές μεθόδους επικοινωνίας με το κοινό. Ο Τραμπ τελειοποίησε τη μέθοδο αυτή, αξιοποιώντας την ψυχαγωγία για να έλθει σε απευθείας επαφή με τους ψηφοφόρους», λέει η δρ Μπράουνελ.

Αυτή την εβδομάδα, ο Τραμπ χρησιμοποίησε το YouTube για να παρουσιάσει τις πολιτικές του προτεραιότητες για τις πρώτες 100 ημέρες της προεδρίας του, μιλώντας απευθείας στην κάμερα. Χρησιμοποιεί επίσης πολύ συχνά το Twitter για ανακοινώσεις και για να εκθέσει τις απόψεις του, ενώ η τελευταία συνέντευξη Τύπου πραγματοποιήθηκε στις 27 Ιουλίου.

«Ο Τραμπ δανείσθηκε πολλά στοιχεία του Νίξον, όπως τη σιωπηλή πλειοψηφία, την έμφαση στον νόμο και την τάξη και δεν θα με εξέπληττε αν δανειζόταν από τον Νίξον για τη σχέση του με τον Τύπο», λέει ο Λέοναρντ Στάινχορν, καθηγητής στο American University.

Η Μάρθα Κουμάρ, που έχει μελετήσει εκτενώς τη σχέση μεταξύ προέδρων και ΜΜΕ, λέει ότι η σύγκριση του Τραμπ με προηγούμενους προέδρους είναι δύσκολη. «Η σχέση του με τον Τύπο είναι ακόμη πολύ νωπή.

Ολοι οι προηγούμενοι πρόεδροι είχαν πολιτική εμπειρία και είχαν βρεθεί πολλές φορές μπροστά σε κάμερες και δημοσιογράφους. Κάποια στιγμή, ο Τραμπ θα αναγκασθεί να συμβιβασθεί και να εξηγήσει τις θέσεις του, απαντώντας σε ερωτήσεις», λέει η κ. Κουμάρ.

Ο Τραμπ διαφέρει, όμως, από τους προκατόχους του, σύμφωνα με την δρα Μπράουνελ, καθώς έχει διευρύνει τις επιθέσεις του, συμπεριλαμβάνοντας στους στόχους του ακόμη και κωμικούς ή ηθοποιούς του μιούζικαλ Χάμιλτον, πρωτοφανή και τα δύο στα πολιτικά χρονικά.

«Το 1975, ο κωμικός Τσέβι Τσέις είχε μιμηθεί στην τηλεόραση τον Τζέραλντ Φορντ, προκαλώντας τη θλίψη του τότε προέδρου. Ουδείς στο επιτελείο του Φορντ διανοήθηκε, όμως, να περάσει στην επίθεση», λέει η δρ Μπράουνελ.

«Η επίδειξη τέτοιας επιθετικότητας απέναντι στον Τύπο, πριν ακόμη αναλάβει τα καθήκοντά του, δείχνει ότι ο Τραμπ δεν νιώθει άνετα με έναν από τους πυλώνες της δημοκρατίας: τον ανεξάρτητο Τύπο», λέει ο κ. Στάινχορν.
 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ