ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Επενδύουν σε κλίμα αβεβαιότητας

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ενθαρρυμένα από την πολιτική αβεβαιότητα που προκαλούν στην Ευρώπη η άνοδος ευρωσκεπτικιστικών δυνάμεων και οι εκλογικές αναμετρήσεις των επόμενων μηνών, επενδυτικά κεφάλαια έχουν στοιχηματίσει τεράστια ποσά στην πτώση των ιταλικών τραπεζών και κρατικών ομολόγων, ενόψει του δημοψηφίσματος της Κυριακής. Ταυτόχρονα, μεγάλα επενδυτικά ταμεία θεωρούν ότι είναι υπερβολική η ανησυχία που επικρατεί και αγοράζουν μετοχές και ομόλογα που θεωρούν ότι, πλέον, είναι υπερβολικά φθηνά.

Οι ιταλικές μετοχές, ιδίως οι τραπεζικές, και τα κρατικά ομόλογα βρίσκονται στο στόχαστρο των επενδυτών εδώ και μήνες. Το ενδεχόμενο να χάσει ο Ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι το δημοψήφισμα για την αφαίρεση εξουσιών από τη Γερουσία και εν συνεχεία να παραιτηθεί έχει οδηγήσει πολλούς επενδυτές, κυρίως Αμερικανούς, να στοιχηματίσουν τεράστια ποσά στην πτώση της τιμής (σορτάρισμα) της μετοχής ιταλικών τραπεζών και κρατικών ομολόγων. «Υπάρχει κολοσσιαίων διαστάσεων σορτάρισμα ιταλικών περιουσιακών στοιχείων από τις ΗΠΑ και άλλες χώρες όπου έχουν τη βάση τους μεγάλοι επενδυτές», εξηγεί στο Reuters ο κ. Ραφαέλε Τζερουσάλμι, διευθύνων σύμβουλος του Χρηματιστηρίου του Μιλάνου. Το σορτάρισμα, η πώληση ενός δανεικού περιουσιακού στοιχείου, είναι τεχνική που χρησιμοποιούν παραδοσιακά κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου για να στοιχηματίσουν πως θα πέσει η αξία ενός περιουσιακού στοιχείου. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, υπάρχει «σημαντικό σορτάρισμα» της μετοχής των Banco Popolare και Banca Carige (το σορτάρισμα σε μετοχές της Monte Paschi έχει ανασταλεί από τον Ιούλιο). Ο κ. Στιβ Αϊσμαν, επενδυτής που έφτιαξε το όνομα και την περιουσία του σορτάροντας τιτλοποιημένα στεγαστικά δάνεια στη διάρκεια της αμερικανικής κρίσης, εξηγεί στο Reuters γιατί είναι ιδιαίτερα απαισιόδοξος για την προοπτική των ιταλικών τραπεζών.

«Κανείς δεν θα επενδύσει σε ιταλικές τράπεζες, αν δεν εμπιστεύεται τον ισολογισμό τους», επισημαίνει ο κ. Αϊσμαν, προσθέτοντας πως οι Ιταλοί τραπεζίτες έχουν καθυστερήσει υπερβολικά να ανακεφαλαιοποιήσουν τις τράπεζές τους και να πουλήσουν προβληματικά περιουσιακά στοιχεία. «Στο ιταλικό τραπεζικό σύστημα, οι τραπεζίτες υποστηρίζουν πως (τα περιουσιακά τους στοιχεία) αξίζουν 45 - 50 σεντ ανά δολάριο. Ωστόσο, οι προσφορές που δέχονται είναι στα 20 σεντ. Αν είχαν αναπροσαρμόσει την τιμή (των περιουσιακών τους στοιχείων) στην τιμή της αγοράς, θα είχαν χρεοκοπήσει». Ορισμένοι διαχειριστές μεγάλων επενδυτικών κεφαλαίων βλέπουν, όμως, ευκαιρίες μέσα στην κρίση. Αν οι φόβοι περί πολιτικής αστάθειας αποδειχτούν αβάσιμοι, τότε είναι τώρα ευκαιρία για αγορές. «Περιουσιακά στοιχεία της Ευρωζώνης έχουν δεχθεί υπερβολικά μεγάλη πίεση από μη Ευρωπαίους επενδυτές, ειδικά από Αμερικανούς, γεγονός που έχει δημιουργήσει ορισμένες ευκαιρίες», λέει στη Wall Street Journal ο κ. Βενσάν Μορτιέ, αναπληρωτής επικεφαλής επενδύσεων στην Amundi, τον μεγαλύτερο διαχειριστή κεφαλαίων της Ευρώπης, με κεφάλαια 1,1 τρισ. ευρώ υπό διαχείριση. Από την αρχή του έτους κεφάλαια 91 δισ. ευρώ έχουν εγκαταλείψει ευρωπαϊκά επενδυτικά ταμεία που επενδύουν σε μετοχές. Ωστόσο, τις τελευταίες δύο εβδομάδες παρατηρείται εισροή κεφαλαίων πρώτη φορά από τον περασμένο Φεβρουάριο. Η αξία των μετοχών του χρηματιστηριακού δείκτη εταιρειών υψηλής κεφαλαιοποίησης Euro Stoxx 50 είναι μικρότερη από 16 φορές τα έσοδα που είχαν το 2015. Συγκριτικά, η αξία των μετοχών στον S&P 500 είναι 20 φορές τα έσοδά τους πέρυσι. Ακόμα φθηνότερες είναι οι ιταλικές μετοχές του χρηματιστηριακού δείκτη εταιρειών υψηλής κεφαλαιοποίησης Ftse Mib, η αξία των οποίων είναι 13 φορές τα έσοδά τους το 2015. Η κ. Στέφανι Μπούτσερ, διαχειρίστρια κεφαλαίων στην Invesco, αγοράζει μετοχές σε τομείς που θεωρεί ότι έχουν βρεθεί άδικα στο στόχαστρο, δηλαδή στην ενέργεια, στις υποδομές ακόμη και στις τράπεζες. Οι μετοχές των ιταλικών τραπεζών έχουν υποχωρήσει κατά 50% από την αρχή του 2016, ενώ ο τραπεζικός δείκτης της Ευρωζώνης έχει υποχωρήσει κατά 7%.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ