ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ

Η απλάδαινα της Πρωτοχρονιάς

ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΥΩΧΟ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Μελομακάρονα

Στο ποίημά του «Η Πρωτοχρονιά», ο Σολωμός σατιρίζει -ακόμα μία φορά- τον συντοπίτη του γιατρό Διονύσιο Ροΐδη. Ο Ροΐδης, εκτός από γελοίος ποιητής και άλλα πολλά, εμφανίζεται ως βουλιμικός ή μάλλον ως τύπος που δεν χάνει ευκαιρία να φάει και να πιει σε όποιο σπίτι της Ζακύνθου υπάρχει προσφορά. Στην «Πρωτοχρονιά» λοιπόν εμφανίζεται να ομολογεί ο ίδιος πως «Ωρα δείπνου επήα στην Κλάδαινα / -ότι εφέρναν την απλάδαινα- ». Και απλάδαινα είναι η πιατέλα, που έτσι στα μεταβυζαντινά ελληνικά κάνει ρίμα με την Κλάδαινα· προφανώς κάποια νοικοκυρά της Ζακύνθου, όπου το επίθετο Κλάδης είναι συνηθισμένο. Και ήτανε νύχτα Πρωτοχρονιάς, και γύρευε τι καλό φαγητό θα είχε απάνω της απλωμένο. Ας φανταστούμε κότα γεμιστή με σταφίδα και κουκουνάρι, αψύ λαδοτύρι, μπρόκολα βραστά και βέβαια κρασί βερντέα -από την καλή που άρεσε του Κόντε- ή αυγουστιάτη μπρούσκο. Και τέτοια ευκαιρία δεν θα την έχανε ο Ροΐδης.

Στην κωμωδία «Ο Χάσης», του επίσης Ζακύνθιου Δημήτριου Γουζέλη, στον καβγά μέσα στην ταβέρνα, ο Παπουτσής αποτρέπει τους ενάντιούς του από το να πιάσουν την πιατέλα και να του τη φέρουν κατακέφαλα και τους απειλεί: «Οπίσω την απλάδενα, στο χίστο σας γουρούνια, / Ψύχες τη κάνω απάνου σας, ψύχες, χίλια μπουκούνια», δηλαδή χίλια κομμάτια.

Και αλλού συναντάμε αναφορές στην απλάδενα, στην πιατέλα. Αναφορές χορταστικές όπως «μέσα σε μιαν απλάδενα γεμάτη μακαρόνες». Αλλωστε, από ό,τι εγώ θυμάμαι, στα σπίτια μας εδώ στην Αθήνα, στη δεκαετία του ’50 ακόμα, ίσως και αργότερα, η μακαρονάδα έφτανε στο τραπέζι μέσα σε μια πιατέλα, σχετικά ρηχή παρά βαθιά, και ο καθένας έβαζε κάθε τόσο στο πιάτο του.

Αλλά δεν είναι μόνο στον Τζάντε που η πιατέλα λεγότανε, και λέγεται ακόμα, απλάδαινα και μάλιστα χωρίς το [αι], αλλά απλάδενα. Τη συναντάμε σε νησιά του Αιγαίου, όπως η Νάξος (και με συνθετότερη εκδοχή ως σκουτελαπλάδαινα), στη Σαντορίνη και, βέβαια, στην Κρήτη, όπου πλείστες όσες είναι οι σχετικές μαρτυρίες. Και η λέξη απλώνεται ή συρρικνώνεται ή και αλλάζει συλλαβή ο τόνος, ανάλογα με τις ντοπιολαλιές. Ετσι έχουμε: απλάδαινα, απλαδαίνα, απλάδενα, απλάδα, απλαδάνι, πλαδάνι.

Και οι λεξικογράφοι την κατέγραψαν νωρίς. Στο λεξικό του Γερ. Βλάχου του Κρητός, Βενετία, 1723: Απλάδενα (και εξηγεί Piatna. Ρiatto). Και για να έχουμε μια πιο προηγμένη ενημέρωση με χρήση της κατεξοχήν γλώσσας της γαστρονομίας, της γαλλικής, ιδού στο «Λεξικόν της γραικικής, γαλλικής τε και ιταλικής γλώσσης» του Γ. Βεντότη, Βενετία 1816: Απλάδα, απλάδαινα, ουσ. Grand plat, piatto grande.

Γραν πλα, λοιπόν, γεμάτο με ό,τι καλό μάς δίνουν σήμερα οι καιροί και μας επιτρέπουν οι ανάγκες. Με την ευωδία ενός ωραίου ψητού στο γιορτινό τραπέζι ή με τη γλύκα από κουραμπιέδες, μελομακάρονα και πίτες αγιοβασιλιάτικες. Για να έχουμε στιγμές γλυκιάς ευτυχίας, όπως ο Λασκαράτος μάς λέει με διάθεση παιγνιώδη, όταν ένιωθε κοντά του την Κυρά του: «Κι ακούω μιαν ευωδία στα σωθικά μου / Οντις είναι κοντά μου καθισμένη / Σα νάγλυφα μι’ απλάδενα αλειμμένη»

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ