ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΩΤΤΑΚΗΣ*

Οι «89ers» και το νέο ευρωπαϊκό αφήγημα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η​​ χρόνια διεύρυνση των ανισοτήτων, η οικονομική δυσπραγία και η στάσιμη κοινωνική κινητικότητα έχουν συμβάλει σε μια αντίδραση λαϊκισμού καταστροφικής αγριότητας. Καθώς ο φιλελεύθερος κόσμος παρακολουθεί με ανησυχία και αίσθημα πλήρους αδυναμίας, το ερώτημα που δημιουργείται είναι: θα πρέπει πραγματικά αυτό να μας εκπλήσσει;

Η Ιστορία μάς έχει διδάξει ότι μια πολιτική κρίση είναι αναμενόμενη έπειτα από ένα οικονομικό σοκ: η Μακρά Υφεση των αρχών της δεκαετίας του 1870 παρ’ ολίγο να οδηγήσει στην εκλογή του ακτιβιστή Denis Kearney, ξενοφοβικού και ταγμένου εχθρού των Κινέζων εργατών, ως προέδρου των ΗΠΑ το 1878. Ενώ το 1929 το Κραχ της Γουόλ Στριτ επιτάχυνε την έλευση του φασισμού στην Ευρώπη. Με την ίδια μονολιθική λογική, προβάλλεται συχνά ο ισχυρισμός ότι ο λαϊκισμός «τύπου 2016» έχει τις ρίζες του στη Μεγάλη Υφεση του 2008 και τις επιπτώσεις της στην Ευρωζώνη. Μολονότι αυτό αληθεύει σε μεγάλο μέρος του δυτικού κόσμου, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, οι ρίζες του προβλήματος εκτείνονται βαθύτερα στον χρόνο.

Η κακώς προγραμματισμένη παγκοσμιοποίηση, που εμφανίστηκε στη δεκαετία του ‘80, έχει φτωχοποιήσει πολλές μικρές κοινότητες των οποίων οι οικονομίες στηρίζονταν για δεκαετίες σε μία ή δύο παλαιού τύπου βιομηχανίες. Η βλάβη δεν προκλήθηκε τόσο από την ίδια την παγκοσμιοποίηση, όπως κάποιοι ριζοσπαστικοί αριστεροί υποστηρίζουν, όσο από τη μορφή που αυτή πήρε, καθώς και από την ταχύτητά της. Η παγκοσμιοποίηση εξελίχθηκε πολύ γρήγορα, προγραμματίστηκε πολύ χαλαρά, και με τη συναίνεση πολύ λίγων παραγόντων για να μπορεί να καταστεί βιώσιμη. Καθώς οι δυτικές κυβερνήσεις κινήθηκαν βιαστικά προς τη διάλυση βιομηχανιών όπως αυτές του άνθρακα και του χάλυβα, κοινότητες στερήθηκαν τον απαραίτητο χρόνο για να διαφοροποιήσουν τις οικονομίες τους. Το αποτέλεσμα είναι βίαιες αντιδράσεις εκ μέρους του αγροτικού κόσμου, καθοδηγoύμενες από νεοεμφανιζόμενους αστέρες του λαϊκισμού που λυμαίνονται την απελπισία των πολιτών για να προωθήσουν τη δική τους ατζέντα. Στην Ευρώπη, αυτή ολοένα και περισσότερο παίρνει εθνικιστικό και αντιευρωπαϊκό χαρακτήρα.

Καθώς το λαϊκίστικο κύμα σαρώνει την ήπειρο, νέες πολιτικές γραμμές μάχης βρίσκονται στο στάδιο της επεξεργασίας. Ο διαχωρισμός Αριστερά / Δεξιά χάνει το νόημά του, και η πραγματική σύγκρουση τώρα βρίσκεται μεταξύ εκείνων που πιστεύουν σε μια ανοικτή, ελεύθερη και παγκόσμια κοινωνία, και εκείνων που στρέφονται εναντίον αυτού του οράματος. Αυτή η σύγκρουση θα καθορίσει τις πολιτικές του δυτικού κόσμου για την επόμενη δεκαετία. Για να επικρατήσει το ανοικτό πνεύμα, είναι αναγκαίο ένα ισχυρό εναλλακτικό αφήγημα. Σε αυτό το επίπεδο, οι φιλελεύθεροι φιλοευρωπαίοι έχουν, μέχρι στιγμής, αποτύχει. Eναπόκειται λοιπόν στους 89ers (οι νέοι Ευρωπαίοι που έχουν γεννηθεί μεταξύ 1980 και 2000 και που έχουν μεγαλώσει σε μια ενωμένη μετα-κομμουνιστική Ευρώπη), τη γενιά του μέλλοντος της Ευρώπης, να αναπληρώσουν το κενό που έχει δημιουργηθεί.

Για να επιβιώσει η Ε.Ε. απαιτείται σημαντική –αν όχι ολοκληρωτική– μεταρρύθμιση. Τα θεσμικά της όργανα είναι αδύναμα και εξαντλημένα, με τα κράτη-μέλη να κινούνται σε διαφορετικές κατευθύνσεις και με διαφορετικές ταχύτητες. Το σημαντικότερο, η Ε.Ε. δεν είναι πλέον σε θέση να παρέχει την ευημερία και την ασφάλεια που κάποτε ήταν το σήμα κατατεθέν της. Ωστόσο, εάν το 2016 άφησε κάποια περιθώρια αισιοδοξίας, αυτά δεν είναι άλλα από τη σαφή στήριξη που παρείχαν οι νέοι της Ευρώπης στην Ε.Ε. Δεδομένου ότι πολλοί από τους γηραιότερους είναι απρόθυμοι να ενστερνιστούν το ευρωπαϊκό ιδεώδες, οι 89ers είναι αυτοί που θα επωμιστούν την ευθύνη να φέρουν τις ιδέες και να δρομολογήσουν τις δράσεις που θα το αναγεννήσουν. Εναπόκειται στους 89ers να εξετάσουν όσα δεν έγιναν όπως έπρεπε και να διορθώσουν τα λάθη του παρελθόντος, να δημιουργήσουν ευρύτερες συμμαχίες φιλοευρωπαίων πολιτών, στην Αριστερά και τη Δεξιά, και, τελικά, να οικοδομήσουν ένα νέο όραμα για την Ε.Ε. που να υπερβαίνει τις ιδεολογικές, εκπαιδευτικές και εθνικές διαιρέσεις του παρελθόντος.

Για να υπάρξει πρόοδος προς αυτή την κατεύθυνση, θα πρέπει πρώτα να κάνουμε την αυτοκριτική μας, και να είμαστε ειλικρινείς. Τα βαθύτερα αίτια του λαϊκισμού «τύπου 2016» δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν παρά μόνο με έναν υγιή συνδυασμό ρεαλισμού και δημιουργικότητας, καθώς και με μια δομημένη συζήτηση με σκοπό τη συναίνεση.

Σαφώς, θα πρέπει να αφιερωθεί πολύς χρόνος στο να αντιμετωπιστούν οι ανησυχίες σχετικά με την παγκοσμιοποίηση, καθώς αυτές αποτελούν την κινητήρια δύναμη των λαϊκιστικών κινημάτων. Αλλά υπάρχουν και άλλοι τομείς που πρέπει επίσης να αντιμετωπιστούν. Η Ε.Ε. πρέπει να δείξει ότι μπορεί να μετριάσει την απειλή της τρομοκρατίας και άλλες εξωτερικές απειλές. Πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να διαχειρισθεί καλύτερα την προσφυγική κρίση καθώς και να υλοποιήσει αποτελεσματικά μια κοινωνική πολιτική που να βελτιώνει τη ζωή των πιο ευάλωτων πολιτών.

Τις πρώτες μέρες του νέου έτους, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ερωτήματα ιστορικής σημασίας. Το πώς θα ανταποκριθούμε θα καθορίσει την επόμενη περίοδο: Θέλουμε μια κοινωνία ανοικτή, ανεκτική, διεθνή και προσανατολισμένη στο μέλλον; Που προωθεί την αλληλεγγύη και τις ευκαιρίες για όλους; Ή θα επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να είμαστε όμηροι των δημαγωγών, για τους οποίους η λύση σε κάθε πρόβλημα είναι λιγότερη μετανάστευση και υψηλότερα τείχη; Ισως ποτέ δεν υπήρξε μια πιο επίκαιρη πολιτική συζήτηση.

* Ο κ. Μιχάλης Κωττάκης είναι πολιτικός επιστήμονας, πρόεδρος του ευρωπαϊκού think tank «1989 Generation Initiative» στο LSE.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ