ΙΩΑΝΝΗΣ Μ. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ*

Εντροπολογιών συνέχεια...

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Είναι προφανές ότι η πρόταση του κ. πρωθυπουργού για την αναθεώρηση του Συντάγματος, με την οποία υπήρχε η ελπίδα να διορθωθούν ορισμένες ατέλειες του ισχύοντος συνταγματικού κειμένου, έχει παραπεμφθεί στις ελληνικές καλένδες. Και έτσι, τις τελευταίες ημέρες η κοινή γνώμη παρακολούθησε με συναίσθημα απαξιώσεως προς τον πολιτικό κόσμο το όργιο των ασχέτων τροπολογιών που τελικά ψηφίστηκαν στο νομοσχέδιο «Χωρικός σχεδιασμός και η βιώσιμη ανάπτυξη».

Η κυβέρνηση αλλά και το προεδρείο της Βουλής έχουν προφανώς ξεχάσει την απαγορευτική διάταξη του Συντάγματος, η οποία στο άρθρο 74 παρ. 5, εδαφ. 2 ορίζει ότι: «Καμία προσθήκη ή τροπολογία δεν εισάγεται για συζήτηση, αν δεν σχετίζεται με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου ή της πρότασης». Οποιος, δε, έχει παρακολουθήσει τον τρόπο που ψηφίζονται οι «ρουσφετολογικές» αυτές τροπολογίες θα δικαιολογήσει πλήρως τον γράφοντα, ο οποίος σε αγόρευση στη Βουλή, τις είχε ονομάσει ΕΝΤΡΟΠΟΛΟΓΙΕΣ, για τον λόγο ότι αποτελούν ντροπή για το κοινοβουλευτικό μας πολίτευμα. Διότι ουδείς γνωρίζει τι ψηφίζεται. Συχνά κατατίθενται τροπολογίες, κυρίως από υπουργούς, που χρειάζονται αποκρυπτογράφηση για να αντιληφθεί κανείς το περιεχόμενό τους. Παράδειγμα, η τροπολογία που κατατέθηκε από υπουργό Παιδείας η οποία ανέφερε τα εξής: Η υποπερίπτωση ii της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 2 ν.2525/1997, η οποία προστέθηκε με την παράγραφο 11β του άρθρου 59 ν.3966/2011 αντικαθίσταται…

Πρόσφατο παράδειγμα, τροπολογία που ψηφίστηκε πριν από λίγες ημέρες καταργεί διατάξεις νόμου του 2010 –χωρίς να περιγράφονται – και έτσι επιτρέπεται η μονιμοποίηση συμβασιούχων σε δήμους, οδηγώντας σε μισθολογικές αυξήσεις («Καθημερινή» 28.12.2016). Το παράδειγμα είναι ενδεικτικό. Διότι οι περισσότερες τροπολογίες, που είναι ρουσφετολογικού περιεχομένου, έχουν ασάφειες στο κείμενό τους ώστε να μην είναι δυνατή η αποκάλυψη του περιεχομένου τους. Λόγω του όγκου των τροπολογιών, πολλές απ’ αυτές που προκαλούν δαπάνες στον προϋπολογισμό δεν συνοδεύονται από έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου, παραβιάζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο άλλη συνταγματική διάταξη. Ποιος όμως ευθύνεται για την εικόνα αυτή που παρουσιάζει η Βουλή, η οποία η ίδια παραβιάζει το Σύνταγμα; Για την απαράδεκτη αυτή κατάσταση ευθύνονται πρωτίστως οι υπουργοί. Διότι στα περισσότερα νομοσχέδια, τα οποία κατατίθενται στη Βουλή, προστίθεται στον τίτλο τους «και άλλες διατάξεις». Αυτό δίνει το δικαίωμα στον υπουργό να προσπαθήσει να επιλύσει και άλλα θέματα του υπουργείου του με ένα νομοσχέδιο. Και έως εδώ μπορεί κανείς, με μεγάλη συγκατάβαση, να αποδεχθεί την παράβαση αυτή αφού πρόκειται για θέματα που αφορούν το ίδιο το υπουργείο. Ομως τη «μαγική» αυτή φράση «και άλλες διατάξεις» την εκμεταλλεύονται άλλοι υπουργοί και με την ανοχή του αρμόδιου υπουργού παρεισφρέουν στο νομοσχέδιο τελείως άσχετα θέματα. Την κύρια όμως ευθύνη την φέρει ο εκάστοτε πρόεδρος της Βουλής, ο οποίος δεν εφαρμόζει τη ρητή συνταγματική επιταγή (άρθρο 74. 5 εδ. γ αλλά και την αντίστοιχη διάταξη του κανονισμού της Βουλής) που προβλέπει ότι «προσθήκη η τροπολογία άσχετη με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου δεν εισάγεται προς συζήτηση».

Απ’ ό,τι θυμάμαι, κατά τη μακρά θητεία μου στο Κοινοβούλιο, δεν υπήρξε καμία περίπτωση να παρέμβει ο πρόεδρος της Βουλής για να αποτρέψει τη σαφή παραβίαση της συνταγματικής διατάξεως. Και δυστυχώς, ούτε οι εκάστοτε κυβερνήσεις ούτε οι διατελέσαντες πρόεδροι της Βουλής ούτε οι βουλευτές αντιλαμβάνονται ότι η τακτική της ενσωματώσεως άσχετων τροπολογιών συνιστά μία από τις κύριες αιτίες δυσπιστίας του εκλογικού σώματος προς τον πολιτικό κόσμο. Διερωτώμεθα σήμερα γιατί έχει απαξιωθεί ο πολιτικός κόσμος: Τα αδικήματα των υπουργών παραγράφονται σε συντομότατο χρόνο, η δυσκολία για την άρση της ασυλίας των βουλευτών, τα άδεια έδρανα της Βουλής και οι άσχετες τροπολογίες δημιούργησαν το κλίμα της απαξίωσης. Το φαινόμενο αυτό, βέβαια, δεν είναι σημερινό. Στις διαμαρτυρίες της αντιπολιτεύσεως, ο αρμόδιος υπουργός Γ. Σταθάκης υποστήριξε ότι την ίδια και πολλές φορές και αρνητικότερη τακτική είχε ακολουθήσει η προηγούμενη κυβέρνηση. Η απάντηση πρέπει να είναι μία. Οτι για ό,τι έκανε η Ν.Δ. τιμωρήθηκε από τον λαό. Ο Σύριζα όμως υποσχέθηκε στον λαό ότι θα μεταβάλει όλες αυτές τις απαράδεκτες τακτικές και, δυστυχώς, τις αντιγράφει και μάλιστα κάνει κακή αντιγραφή.

Ανεξάρτητα όμως από αυτή την αδιανόητη παρελθοντολογία, πρέπει στην προσεχή αναθεώρηση (αν γίνει και όποτε γίνει) να τροποποιηθεί η σχετική διάταξη ως ακολούθως: « Προτάσεις νόμων ή τροπολογίες που περιέχουν διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενο του νομοσχεδίου δεν εισάγονται προς συζήτηση με ποινή την ακυρότητα. Διότι μόνο η πρόβλεψη κυρώσεως μπορεί να περιορίσει στο μέλλον μια τόσο διαδεδομένη κοινοβουλευτική πρακτική (για περισσότερα βλ. Ι. Βαρβιτσιώτης – Η Ελλάδα μπροστά στο 2000 - Ενα νέο συνταγματικό πλαίσιο, 1998 σελ. 179).

*Ο κ. Ιωάννης Μ. Βαρβιτσιώτης έχει διατελέσει υπουργός Δικαιοσύνης και συμμετείχε ανελλιπώς ως μέλος και εισηγητής σε όλες τις προπαρασκευαστικές, συντακτικές και αναθεωρητικές εργασίες του Συντάγματος από το 1963 μέχρι και την αναθεώρηση του 2001.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ