ΣΤΑΘΗΣ Ν. ΚΑΛΥΒΑΣ*

Πεδίο παρακμής ή αναγέννησης;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μ​​ικρός, όταν μεγάλωνα στον Κολωνό, επισκεπτόμουν τακτικά με την οικογένειά μου το Πεδίον του Αρεως. Θυμάμαι ένα τεράστιο πάρκο γεμάτο κόσμο και παιδικές χαρές με πάρα πολλά παιδιά. Κάποια στιγμή μετακομίσαμε στη Νέα Σμύρνη και οι επισκέψεις αυτές σταμάτησαν. Ξαναγύρισα εκεί ύστερα από καιρό, στο διάβα μιας τυχαίας βόλτας. Πρέπει να ήταν Δεκέμβριος του 2010 και οι εργασίες ανάπλασης του πάρκου (με κόστος 10 εκατομμύρια ευρώ) ήταν στα τελειώματά τους. Εντυπωσιάστηκα. Αναδυόταν, θεώρησα, κάτι όμορφο για τα δεδομένα της πόλης. Ανησυχούσα όμως, γιατί γνώριζα πως το πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι τόσο η κατασκευή υποδομών όσο η συντήρησή τους, όπως δεν είναι πρόβλημα η ψήφιση νόμων και κανόνων αλλά η εφαρμογή τους.

Υπεύθυνη για το Πεδίον του Αρεως είναι η Περιφέρεια Αττικής. Το 2014, η νεοεκλεγείσα περιφερειάρχης Ρένα Δούρου επέλεξε να δώσει συνέντευξη Τύπου στο πάρκο γιατί, όπως είπε, «ο συγκεκριμένος χώρος και η ιστορία της εγκατάλειψής του παρουσιάζουν αντιστοιχίες με την ευρύτερη εικόνα της Ελλάδας τα χρόνια της κρίσης». Η αντιπεριφερειάρχης Ερμίνα Κυπριανίδου δήλωνε «πως η αναβάθμιση του Πεδίου του Αρεως αποτελεί και για τη νέα περιφερειακή αρχή της Αττικής και για εκείνη προσωπικά κεντρικό στοίχημα» και προσέθετε πως θα έκανε «τα πάντα ώστε το Πεδίον του Αρεως να γίνει η “βιτρίνα” της Περιφέρειας».

Τι καταπληκτική βιτρίνα αποκτήσαμε! Οπως φοβόμουν, τη λήξη των έργων διαδέχθηκε η παρακμή. Πρόσφατα ρεπορτάζ τεκμηριώνουν την πλήρη εγκατάλειψη του πάρκου στα σκουπίδια, στις ακαθαρσίες και στην εγκληματικότητα. Το λυμαίνονται τοξικομανείς, έμποροι ναρκωτικών και άλλα παραβατικά στοιχεία με αποκορύφωμα τις συμπλοκές ανάμεσα σε αντίπαλες συμμορίες και τη λειτουργία εκεί μεγάλης πιάτσας πορνείας ανήλικων μεταναστών. Οι κάτοικοι των γειτονικών υποβαθμισμένων και πυκνοδομημένων περιοχών έχουν ουσιαστικά αποκλειστεί από τον χώρο αυτό.

Οι διακηρύξεις της περιφερειάρχου μόνο σαν ωμή κοροϊδία και απόδειξη παταγώδους αποτυχίας μπορούν να εκληφθούν. Τόσο η Ρένα Δούρου όσο και οι συνεργάτες της είναι, αποδεδειγμένα πλέον, μέρος του προβλήματος και όχι της λύσης.

Τι μπορεί να γίνει; Το πρώτο βήμα είναι η εγκατάλειψη της αυτόματης μεμψιμοιρίας, της μόνιμης μοιρολατρίας και της πεποίθηση πως τίποτα δεν αλλάζει ποτέ. Οι άθλιες επιδόσεις των Αρχών δεν πρέπει να μας οδηγήσουν στην αποδοχή της στείρας αντίληψης πως το πρόβλημα είναι άλυτο και πως σχετίζεται με το παγκόσμιο πρόβλημα των ναρκωτικών κ.λπ. Η παρακμή ανατρέπεται. Το Σέντραλ Παρκ στο Μανχάταν και το Πρόσπεκτ Παρκ στο Μπρούκλιν είχαν απαξιωθεί τελείως και μετατραπεί σε περιοχές με μεγάλη εγκληματικότητα την περίοδο 1970-1990. Ομως αποκαταστάθηκαν και έγιναν οι λαμπροί δημόσιοι χώροι που θαυμάζουμε σήμερα.

Το δεύτερο βήμα είναι να δεχθούμε πως είναι εντελώς λάθος να περιμένουμε τη λύση από την Περιφέρεια, δηλαδή το κράτος. Οι κάτοικοι της περιοχής έχουν διαπιστώσει πως «οι αρμόδιοι έχουν πλέον εξοικειωθεί με την κατάσταση και την έχουν αποδεχθεί», και αυτό παρότι ο αριθμός των εργαζομένων στο πάρκο διπλασιάστηκε το 2016! Ακόμη και αν, ως εκ θαύματος, η διοίκηση μεταμορφωνόταν, τα αποτελέσματα θα έπαιρναν πολύ χρόνο. Επιπλέον οι οικονομικοί πόροι είναι περιορισμένοι. Αυτό δεν σημαίνει πως το κράτος δεν πρέπει ή δεν μπορεί να κάνει τίποτα. Το αντίθετο. Η κρατική παρέμβαση θα μπορούσε να κινηθεί σε τρία επίπεδα: συνεχής διαβούλευση και συνεργασία με τους κατοίκους της περιοχής, απόδοση του πάρκου στον φυσικό του διαχειριστή που είναι ο Δήμος Αθηναίων και, το σημαντικότερο, επένδυση στην ασφάλεια του πάρκου, κυρίως μέσω της κατασκευής ενός αποτελεσματικού περιφράγματος, έτσι ώστε να μπορεί να εμποδιστεί αποτελεσματικά η πρόσβαση τη νύχτα των κάθε λογής παραβατικών στοιχείων.

Τέλος, είναι απαραίτητη η καινοτόμος σκέψη και δράση πέρα από κλισέ και αγκυλώσεις. Μια προφανής δυνατότητα θα ήταν να βασιστούμε στη λεγόμενη «οικονομία του φραπέ». Είναι γνωστό πως για πολλούς Αθηναίους η ιδέα μιας «βόλτας στο πάρκο» είναι ασυνήθιστη και συχνά απωθητική. Πολλοί προτιμούν το «άραγμα» σε ένα πολύβουο καφέ ή εστιατόριο. Αυτά είναι γούστα και αντί να προσπαθούμε να τα αλλάξουμε, καλό θα ήταν να χτίζαμε πάνω τους, δημιουργώντας δυνατότητες για τη λειτουργία πολλών τέτοιων μικρών επιχειρήσεων. Συγχρόνως η εκτεταμένη χρήση του πάρκου για αθλητικές δραστηριότητες (γήπεδα πέντε επί πέντε, γήπεδα μπάσκετ κ.λπ.) με ιδιωτική εκμετάλλευση και μικρή χρέωση θα μετακυλούσε ένα σημαντικό ποσοστό του κόστους συντήρησης και καθαριότητας σε ιδιώτες, το συμφέρον των οποίων προϋποθέτει την απρόσκοπτη λειτουργία των εγκαταστάσεων του πάρκου. Την ίδια λογική θα είχε και η χρήση του χώρου για τακτικές εκθέσεις, παζάρια κ.λπ. Οπως είναι γνωστό, η πολυκοσμία δημιουργεί την αίσθηση της ασφάλειας και αποθαρρύνει την παραβατική συμπεριφορά.

Από τη μία γκρινιάζουμε για τη «τσιμεντοποίηση της Αθήνας» και από την άλλη ανεχόμαστε αδιαμαρτύρητα τον παροπλισμό ενός μεγάλου πάρκου στην καρδιά των πιο πυκνοδομημένων περιοχών της πρωτεύουσας και τη μετατροπή του σε μια μαύρη τρύπα, που καταστρέφει τον περίγυρό της. Η απόσταση, όμως, ανάμεσα στην παρακμή και στην αναγέννηση είναι πολύ μικρότερη απ’ ό,τι συχνά νομίζουμε.

* Ο κ. Στάθης Ν. Καλύβας είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ