ΒΙΒΛΙΟ

Ο κύκλος του μίσους

ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΚΟΣΜΑΣ ΧΑΡΠΑΝΤΙΔΗΣ
Το άκυρο αύριο
εκδ. Πόλις, σελ. 280

Α​​πό τη μεταπολίτευση του 1974, και πολύ περισσότερο απ’ την άνοδο του ΠΑΣΟΚ το 1981, ένας άνεμος δημοκρατίας και προόδου σάρωσε την Ελλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη. Οι συντελεστές της κακοδαιμονίας που επί σαράντα χρόνια ταλάνιζαν τον τόπο εξαφανιστήκαν ως διά μαγείας. Κατοίκησαν πράγματι στη χώρα αυτή βασανιστές, χαφιέδες και εκτελεστές ενός πολύ βίαιου παρακράτους που για δεκαετίες άλωσε το κράτος; Και τι απέγιναν την επομένη της δημοκρατικής αποκατάστασης που εμφανίστηκε ολοκληρωτική και πλήρης;

Καλύπτοντας μια περίοδο περίπου ογδόντα χρόνων, «Το άκυρο αύριο» του Κοσμά Χαρπαντίδη ανασυστήνει τα πολυπλόκαμα δίκτυα των σκοτεινών πολιτικοστρατιωτικών δυνάμεων στη διπλά βασανισμένη από τη γερμανική και βουλγαρική Κατοχή Δράμα. Κινούμενο ανάμεσα σε πραγματικότητα και φαντασία, αναμειγνύοντας αληθινά με επινοημένα γεγονότα, το πολιτικό μυθιστόρημα του 58χρονου συγγραφέα αποκαλύπτει πως οι δυνάμεις του σκότους –η αμιγής βία, η δεισιδαίμων θρησκευτική εμμονή και η εθνικιστική υστερία– ουδέποτε εξαφανίστηκαν. Υποχώρησαν για λόγους τακτικής προκειμένου να ξαναανδρωθούν με την είσοδο των μεταναστών από τις χώρες του πρώην κομμουνιστικού μπλοκ στη μεθοριακή Ελλάδα και πολύ περισσότερο βέβαια με τη σύγχρονη, παρατεταμένη κοινωνικοοικονομική κρίση.

Σε μια περιοχή όπως η Ανατολική Μακεδονία η οποία, σύμφωνα με τον ιστορικό Ευάνθη Χατζηβασιλείου, άλλαξε στην περίοδο 1912-1946 έξι φορές κυρίαρχο, γνώρισε τρεις βουλγαρικές κατοχές και η μοίρα της παίχτηκε σε δύο Βαλκανικούς και σε δύο Παγκόσμιους Πολέμους, ο φόρος του αίματος είναι πολύ βαρύς και η αξιολόγηση της πραγματικότητας αλλάζει διαρκώς πρόσημο. Ο μυθιστορηματικός ήρωας στο «Ακυρο αύριο» Πρόδρομος Αρσλάνογλου –ή αλλιώς Αρσλάν αγάς– αποτελεί μια αμφιλεγόμενη μορφή εθνικιστή καπετάνιου (υπενθυμίζοντας τον πολυθρύλητο αντικομμουνιστή Αντών Τσαούς). Ηγήθηκε ένοπλων ομάδων που συγκρούστηκαν με ιδιαίτερη αγριότητα με τους Βούλγαρους κατακτητές της περιόδου 1941-1944, ενώ από το 1945 και για 37 χρόνια κατόρθωσε χρησιμοποιώντας κάθε νόμιμο και παράνομο τρόπο να εκλέγεται σταθερά δήμαρχος του ορεινού κεφαλοχωρίου της Μικροπόλεως. Οταν στη δεκαετία του ’80 οι καιροί αλλάζουν, το άστρο του σβήνει και ο Αρσλάνογλου εξαφανίζεται, χωρίς ωστόσο η μνήμη του να εξαλειφθεί.

Τη διαφυλάσσουν ως κόρην οφθαλμού οι οπισθοδρομικές μοναστικές δυνάμεις της περιοχής μαζί με το αγιοποιημένο του σκήνωμα, για να τη μεταβιβάσουν μαζί με το ρατσιστικό μίσος του στην εθνικιστική τρομοκρατική οργάνωση «Σπαρτιατική Λάβρυς», που στις αρχές της δεκαετίας του 2010 λυμαίνεται την περιοχή.

Την ιστορία του Αρσλάν αγά αφηγείται η κόρη του γραμματέα του, ο οποίος υπήρξε ταυτόχρονα και θύμα του αιμοσταγούς τυράννου. Αρετή του μυθιστορήματος, που κινείται αμφίδρομα στο παρελθόν και στο τώρα, αποτελεί η αποτύπωση μιας αιματηρής παράδοσης που λόγω ιστορικών συνθηκών έχει βαθιές ρίζες. Πολεμώντας με πείσμα να μην ξεριζωθούν οι ελληνικοί πληθυσμοί από τον γενέθλιο τόπο, ο Αρσλάνογλου ενίοτε εμφανίζεται να μη διαφέρει απ’ την εικόνα πολλών εθνικών ηρώων μας. Αλλοτε ωστόσο μοιάζει να αποτελεί την πεμπτουσία του κακού, έναν διαρκή εφιάλτη, αναδεικνύοντας τη βία σε αναπόσπαστο στοιχείο της εθνικής ταυτότητάς μας. Το μόνο σημείο στο οποίο κατά τη γνώμη μου το μυθιστόρημα πάσχει είναι η σχέση της αφηγήτριας με την οικογένειά της ή, καλύτερα, η ανυπαρξία σχέσης με τα τρία της παιδιά, τα οποία την απορρίπτουν συλλήβδην. (Δεν ξεμπερδέυουμε εύκολα με τις εξίσου σκοτεινές πολυσχιδείς οικογενειακές σχέσεις, ακόμα κι αν μεγαλώσαμε σε ένα άκαρδο τυραννικό οικοτροφείο.) Αποτελεί αντιθέτως επιτυχία η μεταβίβαση της απεχθούς εθνικιστικής σκυτάλης από τους παλαιότερους στους νεότερους, ακυρώνοντας οποιαδήποτε ελπίδα εξόδου από τον φαύλο κύκλο του μίσους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ