ΧΡΗΣΤΟΣ ΡΟΖΑΚΗΣ*

Η ΕΣΔΑ και οι δύο Τούρκοι φυγάδες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η​​ πρόσφατη αίτηση ασύλου των δύο Τούρκων φυγάδων επανέφερε στην επικαιρότητα τις νομικές πτυχές του αιτήματος ασύλου, όσο και τους όρους κάτω από τους οποίους επιτρέπεται έκδοση αλλοδαπών από την Ελλάδα. Η εύλογη αιτιολόγηση της αίτησης ασύλου των δύο Τούρκων αξιωματικών είναι ότι αν επιστραφούν στην Τουρκία κινδυνεύουν να υποστούν συμπεριφορές που αντίκεινται στα δικαιώματα του ανθρώπου (βασανιστήρια, απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, απουσία δίκαιης δίκης). Αν και το ελληνικό Σύνταγμα προβλέπει την απαγόρευση και την τιμωρία βασανιστηρίων, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση, με το Αρθρο 3, περιέχει κανόνα σαφώς ευρύτερο και πληρέστερο του ελληνικού Συντάγματος. Ο κανόνας αυτός, μάλιστα, συμπληρώνεται και εξειδικεύεται από την πλούσια νομολογία που τον ακολουθεί.

Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση, όπως συμβαίνει, εξάλλου, με όλες τις διεθνείς συμφωνίες, έχει σύμφωνα με το Σύνταγμα (Αρθρο 28) υπερνομοθετική ισχύ, δηλ. έχει μια θέση στην ελληνική έννομη τάξη που υπερισχύει του κοινού νόμου, και βρίσκεται μεταξύ αυτού και του Συντάγματος. Eφαρμόζεται δε ως εσωτερικό δίκαιο με την υπέρτερη του νόμου ισχύ του. 

Κατά το Αρθρο 3 της Σύμβασης «ουδείς υποβάλλεται σε βασανιστήρια, ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική συμπεριφορά». Το Αρθρο 3 είναι απόλυτη διάταξη. Με άλλα λόγια επιβάλλεται και εφαρμόζεται ανεξαρτήτως των συνθηκών που επέβαλαν στο κράτος μια συμπεριφορά αντίθετη προς το γράμμα του. Οποιες κι αν είναι οι περιστάσεις που οδήγησαν το κράτος να επιβάλει μια τέτοια συμπεριφορά, δεν τη δικαιολογούν και δεν την εξαγνίζουν. Κατά συνέπεια το δικαστήριο που θα επιληφθεί του αιτήματος έκδοσης δεν μπορεί να τη δικαιολογήσει στη βάση ότι οι υπό έκδοση φυγάδες ήταν, λ.χ., πρωταίτιοι του πραξικοπήματος ή συνεργοί σε αυτό. Το μόνο που το δικαστήριο μπορεί να εξετάσει είναι αν συντρέχουν στην υπό εξέταση περίπτωση αντικειμενικοί λόγοι, ώστε να τεκμηριωθεί η υπόθεση ότι αν οι φυγάδες παραδοθούν στη χώρα που αιτείται την παράδοσή τους διατρέχουν τον κίνδυνο να υποστούν βασανιστήρια, ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική συμπεριφορά από τις αρχές του κράτους αυτού.

Η εκτεταμένη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έρχεται να επικουρήσει την άποψη αυτήν, παράλληλα με το Αρθρο 15 της Σύμβασης, το οποίο εξαιρεί από τη μη εφαρμογή της Σύμβασης, σε περίπτωση πολέμου ή άλλης έκτακτης κατάστασης ανάγκης που απειλεί τη ζωή ενός έθνους, το Αρθρο 3, ομού με μερικά άλλα άρθρα ουσιαστικού δικαίου που περιλαμβάνονται στη Σύμβαση. Και είναι πλέον κοινός τόπος ότι τα εθνικά δικαστήρια των κρατών-μερών της Σύμβασης πρέπει να την εφαρμόζουν ακολουθώντας τη νομολογία του Δικαστηρίου και όχι να επιδίδονται σε ερμηνείες «κατά το δοκούν». Το γράμμα του Αρθρου και η νομολογία που το συνοδεύει αποτελούν ένα όλον αδιάσπαστο, που δεσμεύει τον εθνικό δικαστή.

Κατά συνέπεια, οι ελληνικές αρχές δεν μπορούν να εξετάσουν τα τουρκικά επιχειρήματα περί συμμετοχής ή μη των δύο φυγάδων στο πραξικόπημα του Ιουλίου, και πρέπει να περιοριστούν στη διερεύνηση του κατά πόσον υπάρχουν εγγυήσεις για τη μη υποβολή τους σε συμπεριφορές που αντίκεινται στο Αρθρο 3 της Σύμβασης. Είναι σαφές από την έως τώρα συμπεριφορά των τουρκικών αρχών απέναντι στους ομοϊδεάτες των φυγάδων ότι η επιστροφή τους στη χώρα θα συνοδεύεται από μια μεταχείριση που απάδει προς τα δικαιώματα του ανθρώπου. Είναι επίσης σαφές ότι η τουρκική δικαιοσύνη δεν είναι σε θέση να εγγυηθεί ούτε μια δίκαιη δίκη ούτε ένα minimum καλής μεταχείρισης των εκδοθέντων φυγάδων. Και οι εγγυήσεις που θα δώσουν οι Τούρκοι για την καλή τους συμπεριφορά δεν αρκούν για να πείσουν τις ελληνικές αρχές ότι πράγματι αυτές θα τηρηθούν.  Η Τουρκία δεν αποτελεί, σήμερα, ασφαλή προορισμό επιστροφής, για όσο διάστημα η διάθεση εκδίκησης των κρατούντων είναι ζωντανή και για όσο διάστημα οι ωμότητες κατά των πολιτών εξακολουθούν να υφίστανται.

Η παροχή ασύλου, εξάλλου, είναι ο μόνος τρόπος για να αποφευχθεί αυτό το ενδεχόμενο. Αφού τα ελληνικά δικαστήρια εκδώσουν την απόφασή τους για μη έκδοση (εφόσον ζητηθεί από τη γείτονα), με επαρκή αιτιολογία, το επόμενο στάδιο είναι για τις διοικητικές αρχές να προχωρήσουν στην εξέταση του αιτήματος ασύλου, το οποίο πρέπει να δοθεί. 

Αντιλαμβανόμαστε, βέβαια, τις πολιτικές επιπτώσεις που θα έχουν τόσο μια αρνητική δικαστική απόφαση, όσο και μια διοικητική παροχής ασύλου. Ωστόσο, στον υπολογισμό των προστατευόμενων αξιών, η αξία της ανθρώπινης ζωής και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια βαρύνουν σαφώς περισσότερο από τη διακινδύνευση ενός ή πολλών επεισοδίων στο Αιγαίο. Αν οι Τούρκοι δεν αντιλαμβάνονται τη σημασία αυτής της αξίας ή πιστεύουν σε μια πολιτικά καθοδηγούμενη δικαιοσύνη σημαίνει πως είναι ακόμη ανέτοιμοι να ενταχθούν στην ευρωπαϊκή οικογένεια.

* Ο κ. Χρήστος Ροζάκης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ