ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Τρία θεμελιώδη ζητήματα

ΓΚΟΥΝΤΡΑΜ ΒΟΛΦ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Πού θα οδηγηθεί η Ευρώπη στα επόμενα δέκα χρόνια; Αυτό είναι το ερώτημα στα χείλη πολλών καθώς πλησιάζει η 60ή επέτειος της Συνθήκης της Ρώμης στα τέλη του μήνα. Το αρχικό εγχείρημα, που είχε στο επίκεντρό του τη διασφάλιση της ειρήνης μεταξύ των εθνών της Ευρώπης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έχει κλείσει τον κύκλο του. Η Γηραιά Ηπειρος είναι σε κατάσταση ειρήνης και ευημερίας.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στη Λευκή Βίβλο για το Μέλλον της Ευρώπης που έδωσε πρόσφατα στη δημοσιότητα, πρότεινε πέντε πιθανά σενάρια για την εξέλιξη της Ε.Ε. Τα σενάρια αυτά των γραφειοκρατών των Βρυξελλών, παρότι χρήσιμα, δεν εμπνέουν. Οι επιλογές εκτείνονται από τη συνέχιση των τρεχουσών πολιτικών έως την ομοσπονδιοποίηση («να κάνουμε πολύ περισσότερα μαζί»). Ωστόσο, η έκθεση δείχνει λίγη κατανόηση του γιατί κάποια σενάρια είναι πιθανά και άλλα όχι, ποιοι είναι οι άκαμπτοι κοινωνικοί περιορισμοί και –εξίσου σημαντικό– πώς θα έπρεπε να αλλάξουν οι ίδιοι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί.

Θα εστιάσω σε τρία ζητήματα που θα παίξουν θεμελιώδη ρόλο στο μέλλον της ηπείρου μας. Το πρώτο αφορά τα γεωγραφικά όρια της «Ευρώπης». Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ότι το μέλλον της Ευρώπης είναι το μέλλον της Ε.Ε. των «27». Ωστόσο είναι προφανές ότι στην Ευρώπη ανήκει επίσης το Ηνωμένο Βασίλειο και πολλές άλλες χώρες που δεν έχουν ενταχθεί στην Ε.Ε. Είναι κρίσιμης σημασίας για το μέλλον της Ενωσης το είδος των σχέσεων που θα συνάψει με τις ευρωπαϊκές χώρες εκτός του μπλοκ. Η ίδια η Ε.Ε. μπορεί να προσθέσει ή να χάσει μέλη στα επόμενα δέκα χρόνια. Σε έναν κόσμο όπου οι εξωγενείς προκλήσεις αναμένεται να αυξηθούν, είτε προερχόμενες από τη νέα αμερικανική κυβέρνηση είτε από την αυξανόμενη επιρροή των αναδυόμενων οικονομιών, είναι ζωτικό η Ε.Ε. να διατηρεί εποικοδομητικές σχέσεις με το Ηνωμένο Βασίλειο και άλλες χώρες στην ευρύτερη γειτονιά της.

Το δεύτερο κομβικό ζήτημα αφορά τις διαφορετικές ταχύτητες ενοποίησης στο εσωτερικό της Ε.Ε. Η προώθηση της ενοποίησης μεταξύ ορισμένων μόνο χωρών και σε συγκεκριμένους τομείς θέτει ζητήματα συνοχής της Ε.Ε., τα οποία πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο συνετής διαχείρισης. Για παράδειγμα, πολιτική που προωθεί την τραπεζική ένωση στην Ευρωζώνη θα μπορούσε να υπονομεύσει την ακεραιότητα της ενιαίας τραπεζικής αγοράς και να υψώσει τείχη μεταξύ των μελών της Ευρωζώνης και των κρατών-μελών της Ε.Ε. εκτός του κοινού νομίσματος. Η πρόκληση σε τέτοιες περιπτώσεις είναι οι πολιτικές εμβάθυνσης της ενοποίησης να μην προκαλέσουν την εχθρική αντίδραση όσων δεν συμμετέχουν. Απαιτείται η καλλιέργεια της καλής θέλησης σε πολιτικό επίπεδο ώστε να ελαχιστοποιηθούν οι τριβές.

Το τρίτο –και ίσως πιο σημαντικό– ζήτημα αφορά το μέλλον της ίδιας της Ευρωζώνης. Είναι εύκολο να οραματιστεί κανείς σενάρια πολύ βαθύτερης και ευρύτερης ενοποίησης, συμπεριλαμβανομένης και της μερικής αμοιβαιοποίησης των δημοσιονομικών κινδύνων που αντιμετωπίζει η κάθε χώρα. Ωστόσο η πρόοδος που έχει επιτευχθεί στο μέτωπο αυτό τα τελευταία χρόνια είναι λίγη, και αυτό δεν είναι τυχαίο. Υπάρχει έντονος σκεπτικισμός σε πολλές χώρες της Βόρειας Ευρώπης για την αμοιβαιοποίηση του ρίσκου, δεδομένων των μεγάλων διαφορών στην παραγωγικότητα διαφορετικών χωρών και στα οικονομικά και κοινωνικά τους μοντέλα.

Η ερώτηση-κλειδί σε κάθε νομισματική ένωση αφορά τον σχεδιασμό των σχέσεων μεταξύ κεντρικών νομισματικών αρχών, κεντρικών δημοσιονομικών αρχών και αποκεντρωμένης δημοσιονομικής πολιτικής. Η πιο ρεαλιστική επιλογή για την Ευρωζώνη, ως μια ομάδα χωρών όπου η καθεμία έχει τη δική της, διακριτή ιστορική ταυτότητα και ξεχωριστά εθνικά συμφέροντα, είναι η ενίσχυση της δημοσιονομικής πειθαρχίας σε εθνικό επίπεδο μέσω μιας αξιόπιστης ρήτρας μη διάσωσης.

Αυτό συνεπάγεται λίγη παρεμβατική δημοσιονομική παρακολούθηση, αλλά και πιο σφιχτούς περιορισμούς στον προϋπολογισμό από τις αγορές. Για να λειτουργήσει αυτό το σενάριο, θα πρέπει να ολοκληρωθεί με πειστικό τρόπο η τραπεζική ένωση και να υπάρξει περισσότερη ενοποίηση των κεφαλαιαγορών. Κάποια νέα κοινωνικά και επενδυτικά ταμεία σε επίπεδο Ευρωζώνης θα ενίσχυαν περισσότερο την αξιοπιστία της νέας αρχιτεκτονικής.

Ακόμα, για την επίτευξη αυτού του σεναρίου, θα χρειαστεί να δαπανηθεί πολύ πολιτικό κεφάλαιο. Θα πρέπει να υπάρξει παρέμβαση κατά των προνομίων κατεστημένων συμφερόντων. Οσο περισσότερο τονωθεί ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας στον ευρωπαϊκό Νότο τόσο πιο εύκολο θα είναι να δημιουργηθούν εργαλεία αμοιβαιοποίησης των δημοσιονομικών κινδύνων. Τόσο από πολιτική όσο και από οικονομική άποψη, το σενάριο αυτό προσφέρει την καλύτερη πιθανότητα για την ενίσχυση του ευρώ.

*Ο κ. Γκούντραμ Βολφ είναι διευθυντής του Ινστιτούτου Bruegel στις Βρυξέλλες.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ