ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΓΟΥΛΑΤΟΣ*

Κάν’ το όπως στη Δανία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Αρχές δεκαετίας του ’80, τη Δανία κυβερνούσε μια σοσιαλιστική κυβέρνηση μειοψηφίας υπό τον Ανκερ Γιόργκενσεν. Η κυβέρνηση είχε βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα με υποτίμηση του νομίσματος, που οδήγησε σε μεγάλη μείωση αγοραστικής δύναμης των πολιτών. Ομως το 1982 η οικονομία βρέθηκε ξανά σε αδυναμία δανεισμού από τις αγορές, στα πρόθυρα κατάρρευσης. Οι συνθήκες απαιτούσαν γενναία δημοσιονομική σταθεροποίηση, αξιοπιστία και μεταρρυθμίσεις. Ο Σοσιαλδημοκράτης πρωθυπουργός Γιόργκενσεν αποφάσισε ότι το κόμμα του δεν μπορούσε να επωμιστεί το κόστος αυτών των μεταρρυθμίσεων. Ετσι η κυβέρνησή του παραιτήθηκε και χωρίς να διενεργήσει εκλογές παρέδωσε την εξουσία σε μια κεντροδεξιά κυβέρνηση μειοψηφίας υπό τον Πόουλ Σλούτερ. Η κυβέρνηση Σλούτερ υιοθέτησε τα αναγκαία δημοσιονομικά μέτρα και κατάργησε την αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών. Οι Σοσιαλιστές χαρακτήρισαν τα μέτρα «κοινωνική εκατόμβη».

Την ημέρα ψήφισης των μέτρων, το δανέζικο Κοινοβούλιο είχε αποκλειστεί από οργισμένους διαδηλωτές. Οι βουλευτές χρειάστηκαν πολλές ώρες και την επέμβαση της αστυνομίας για να μπουν και να ψηφίσουν. Η πολιτική Σλούτερ σύνδεσε το νόμισμα με το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα (αργότερα με το ευρώ). Αποτέλεσμα ήταν η εξάλειψη του υψηλού πληθωρισμού και των υψηλών επιτοκίων. Η σταθεροποίηση πέτυχε. Η Δανία οδηγήθηκε σε μια επιτυχή πορεία ανάπτυξης, αρχικά υπό την Κεντροδεξιά κι έπειτα υπό τους μεταρρυθμιστές Σοσιαλδημοκράτες στη δεκαετία του ’90. Το «δανέζικο μοντέλο» έγινε πρότυπο για την Ευρώπη.

Κανείς δεν περιμένει από τον κ. Τσίπρα να παραδώσει οικειοθελώς την εξουσία στη Ν.Δ. – αν και πολλοί φοβούνται ότι θα το κάνει όταν πια δεν θα έχει απομείνει τίποτα όρθιο. Αλλωστε το σύστημά μας δεν ευνοεί τις κυβερνήσεις μειοψηφίας. Ομως το ενδιαφέρον είναι άλλο. Οι Σοσιαλιστές της Δανίας είπαν κάτι πολύ έντιμο: Η χώρα χρειάζεται οδυνηρές πολιτικές προσαρμογής, που το κόμμα μας, με τη δεδομένη ιδεολογία του, δεν μπορεί να εφαρμόσει. Αφήνουμε λοιπόν την εξουσία στην Κεντροδεξιά, την καταλληλότερη για να εφαρμόσει ένα τέτοιο πρόγραμμα.

Από τον Ιανουάριο 2015 η Ελλάδα υφίσταται τη μακρά, αγωνιώδη πορεία του ΣΥΡΙΖΑ από τις αυταπάτες προς τη σκληρή πραγματικότητα. Ο λογαριασμός είναι πλέον τεράστιος. Ο κ. Τσίπρας έκαψε το 2015 για να απαλλαγεί από τον έξαλλο ΣΥΡΙΖΑ της Ζωής, του Βαρουφάκη, του Λαφαζάνη. Μετά έκαψε το 2016, μέχρι να μάθουν οι υπουργοί του να διαπραγματεύονται σοβαρά με τους θεσμούς. Αντί για ισχυρή ανάπτυξη, 2015 και 2016 κατέληξαν χρονιές νέας ύφεσης. Τώρα χάνεται και το 2017, έτος κατά το οποίο επρόκειτο όλοι «να τρίβουμε τα μάτια μας από την ανάπτυξη», σύμφωνα με τη σπουδαία πρόβλεψη του κ. Φλαμπουράρη.

Σοβαρότερος στις δικές του προβλέψεις, ο Τσακαλώτος είχε πει «εάν η αξιολόγηση πάει Μάιο-Ιούνιο, καήκαμε». Ε, λοιπόν, καιγόμαστε! Ολες οι εκτιμήσεις ΑΕΠ αναθεωρούνται προς τα κάτω κάθε εβδομάδα που χάνεται σε αυτήν την ατελείωτη διαπραγμάτευση. Οποιοδήποτε πλεονέκτημα κοινωνικής σταθερότητας παρείχε μια αριστερή κυβέρνηση που (έστω κακήν-κακώς) εφαρμόζει το μνημόνιο έχει πλέον εξαλειφθεί. Το κόστος διατήρησης αυτής της καταστροφικής για την οικονομία εκκρεμότητας υπερβαίνει το κόστος μετάβασης σε μια νέα κυβέρνηση.

Στο μεταξύ, οι ελπίδες εναποτίθενται στη μεταφυσική: κάποιο θαύμα που θα απομακρύνει το ΔΝΤ, χωρίς όμως να καταστήσει ακόμα δυσκολότερη τη συμφωνία. Μια βλακώδης ελπίδα αύξησης διαπραγματευτικής ισχύος εάν οι αποφάσεις πλησιάσουν τις γερμανικές εκλογές με την Ελλάδα ετοιμόρροπη να ξύνει τον πάτο του βαρελιού. Και η διαπραγμάτευση; Αφορά το blame game και τα ιδεολογικά εικονίσματα: όχι εάν θα επέλθει η μείωση των συντάξεων, αλλά αν θα τη χρεωθούν οι επόμενοι. Ή κάποια υποτιθέμενα «αναπτυξιακά» μέτρα, για να πουλήσει η κυβέρνηση καθρεφτάκια κοινωνικής ευαισθησίας. Λες και θα έχουν σημασία σε μια καθημαγμένη οικονομία. Ή η επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων – λες και θα έχει κι εκείνη οποιαδήποτε σημασία, με την αύξηση της απασχόλησης να έχει παγώσει και χιλιάδες εργαζομένων να περνούν στην «γκρίζα» οικονομία λόγω εξοντωτικών εισφορών.

Η έντιμη λύση θα ήταν ίσως για τον ΣΥΡΙΖΑ να αποδεχθεί ότι η συμμετοχή της χώρας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και σε ένα βαρύ τρίτο μνημόνιο (που με τους χειρισμούς του το ίδιο επέφερε) δεν του επιτρέπουν να εφαρμόσει ένα αριστερό πρόγραμμα συμβατό με την ιδεολογία του. Και ότι το συμφέρον της χώρας απαιτεί μια κυβέρνηση αξιόπιστη, χωρίς τις ιδεολογικές εμμονές του ΣΥΡΙΖΑ. Που να μπορεί να κλείσει την αξιολόγηση, να οδηγήσει την οικονομία στην ανάκαμψη και στις αγορές, και να τερματίσει νωρίτερα την εξάρτηση από τα μνημόνια. Ακόμα κι αν υποστεί το πολιτικό κόστος των μέτρων.

Επίλογος: Ο Δανός Σοσιαλιστής Γιόργκενσεν πίστευε ότι η Κεντροδεξιά δεν θα κατάφερνε να κυβερνήσει και πως το δικό του κόμμα σύντομα θα επέστρεφε στην εξουσία. Οι εξελίξεις τον διέψευσαν. Ο Κεντροδεξιός Σλούτερ παρέμεινε πρωθυπουργός για 11 χρόνια.

*Ο κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και επισκέπτης καθηγητής στο Κολέγιο της Ευρώπης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ