ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η «συμφωνία του Τατοΐου»

ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ*

1964. Γ. Παπανδρέου και Π. Κανελλόπουλος ανταλλάσσουν χειραψία στη Μητρόπολη. Εχοντας συμπλεύσει στους δύσκολους καιρούς της δεκαετίας του 1940, και παρά το γεγονός ότι ηγούνταν αντίπαλων χώρων, κατέβαλαν μία ύστατη προσπάθεια για πολιτική συνεννόηση.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Επιχειρώντας μία ανάγνωση των γεγονότων, από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 έως την εκτροπή του Απριλίου 1967, καθίσταται σαφές το ειδικό βάρος της πτώσης της κυβέρνησης Στεφανόπουλου, ως παράγοντα καθοριστικού των μετέπειτα εξελίξεων. Ενα χρόνο μετά τη σύγκρουση Γ. Παπανδρέου - Κωνσταντίνου τον Ιούλιο του 1965, η φαινομενική πολιτική σταθερότητα, απότοκη μάλλον μιας στάσης αναμονής, δεν αντικατόπτριζε τις πραγματικές συνθήκες που επικρατούσαν στο εσωτερικό των κομμάτων. Η απροσδόκητη παραμονή της κυβέρνησης Στεφανόπουλου στην εξουσία, παρά την ισχνή πλειοψηφία ενός έως δύο βουλευτών, επέτεινε το κλίμα έντασης. Για τον σκληρό πυρήνα των υποστηρικτών του Κωνσταντίνου Καραμανλή εντός της ΕΡΕ, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος αποτελούσε μία ενδιάμεση λύση μέχρι την επιστροφή του ιδρυτή του κόμματος, γεγονός που μεγιστοποιούσε το χάσμα ανάμεσα στον αρχηγό και την ηγετική ομάδα του κόμματος. Ετσι, ο αρχηγός της ΕΡΕ επανεκτίμησε τη θέση του μέσα στο καλοκαίρι του 1966, αναγνωρίζοντας την αδυναμία του να εξασφαλίσει τη στήριξη της κυβέρνησης Στεφανόπουλου από το σύνολο των βουλευτών της ΕΡΕ για περισσότερους από τρεις έως τέσσερις μήνες ακόμη.

Αντίστοιχα, στον χώρο του Κέντρου, ο Γεώργιος Παπανδρέου, αποστερημένος της βασικής ηγετικής ομάδας του κόμματος –η οποία πλέον βρισκόταν στην κυβέρνηση Στεφανόπουλου– κλήθηκε να διαχειριστεί και την ολοένα εντεινόμενη ριζοσπαστικοποίηση του Ανδρέα Παπανδρέου, επικεφαλής ενός κεντροαριστερού ρεύματος εντός της Ενωσης Κέντρου. Η διαφοροποίηση του υιού Παπανδρέου έδειχνε να δυσχεραίνει τη θέση του Γεωργίου Παπανδρέου, τόσο έναντι των Αμερικανών όσο και έναντι πολλών στελεχών της παράταξης, που αρνούνταν να επιτρέψουν την ανατροπή διαχρονικών στρατηγικών επιλογών του Κέντρου. Παράλληλα, έντονη διαφαινόταν και η δυσαρέσκεια πολλών στελεχών της Ε.Κ. έναντι της επίμονης πολεμικής του Ανδρέα Παπανδρέου προς το Στέμμα, γεγονός που δυσχέραινε ακόμη περισσότερο τον εξισορροπητικό ρόλο του ηγέτη του κόμματος.

Τέλος, ρήγματα είχαν δημιουργηθεί και εντός του κυβερνητικού ΦΙΔΗΚ, το οποίο βρισκόταν εξ αντικειμένου σε εξαιρετικά δυσχερή θέση, αφενός λόγω της έλλειψης δημοφιλίας των στελεχών του και αφετέρου λόγω της επισφαλούς πλειοψηφίας που διέθετε η κυβέρνηση στη Βουλή. Οπως ήταν φυσικό, οι αναφορές ακόμη και υπουργών της κυβέρνησης περί επικείμενων εκλογών, στοχευμένες ή μη, ενέτειναν το κλίμα ανασφάλειας σχετικά με την επόμενη μέρα, καθιστώντας την ανάγκη ανάληψης μιας πρωτοβουλίας συνεννόησης ολοένα και πιο επιτακτική. Ζητούμενο όμως παρέμενε το κατά πόσον είχαν διαμορφωθεί οι αναγκαίες συνθήκες που θα επέτρεπαν την ευόδωση μιας τέτοιας προσπάθειας, η οποία θα προϋπέθετε αμοιβαίες υποχωρήσεις από πολιτικούς και Στέμμα.

Το χρονικό των επαφών της ηγεσίας της χώρας

Υπό την πίεση της κοινής γνώμης και των αδιέξοδων πολιτικών που είχαν έως τότε επιλεγεί, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος αποφάσισε να επαναπροσεγγίσει τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Επρόκειτο για την πρώτη επαφή μεταξύ των δύο πλευρών μετά την αποχώρηση του πρώην πρωθυπουργού από την πολιτική τρία χρόνια νωρίτερα. Το διάστημα Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 1966, ο διευθυντής του γραφείου του βασιλιά, πρέσβης Δημήτρης Μπίτσιος, επισκέφθηκε τον Καραμανλή στο Παρίσι μεταφέροντάς του πρόταση να επανέλθει στη χώρα και την ενεργό πολιτική. Η απόρριψη της πρότασης από τον πρώην πρωθυπουργό, αν και πιθανώς αναμενόμενη, υπογράμμιζε την ανάγκη να επιδιωχθεί μία λύση εντός των πλαισίων της Βουλής του 1964. Λύση που προϋπόθετε τη συνεννόηση των ηγετών Κέντρου και Δεξιάς.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Κωνσταντίνος ανέθεσε στον Μπίτσιο την προσέγγιση των πολιτικών αρχηγών, συνεχίζοντας όμως την ανοικτή επικοινωνία και με ανώτατους στρατιωτικούς μέσω του υπασπιστή του, Μιχάλη Αρναούτη. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου ο βασιλιάς έγινε δέκτης προτάσεων του αρχηγού του Κέντρου, για την επανέναρξη των μεταξύ τους επαφών. Πριν διαβιβασθούν στα Ανάκτορα, ο Γ. Παπανδρέου είχε συζητήσει τις εν λόγω προτάσεις σε συνάντηση που είχε με τον Αμερικανό πρεσβευτή Phillips Talbot και τον Ανδρέα Παπανδρέου. Βασικός άξονας της πρότασής του ήταν ο σχηματισμός μεταβατικής κυβέρνησης κοινής αποδοχής, η οποία θα μπορούσε να διατηρηθεί στην εξουσία για διάστημα πέραν των 45 ημερών, με προκαθορισμένη ημερομηνία εκλογών. Παράλληλα ο Γ. Παπανδρέου δεσμευόταν ότι δεν θα συνεργαζόταν μετεκλογικά με την ΕΔΑ και θα περιόριζε την αντιβασιλική ρητορεία του. Επρόκειτο για μία συνολική πρωτοβουλία του Γεωργίου Παπανδρέου, με στόχο την ομαλοποίηση της πολιτικής ζωής μέσω μιας νέας προσφυγής στις κάλπες.

Η δέσμη προτάσεων του Γεωργίου Παπανδρέου αποτέλεσε τη βάση της τελικής συμφωνίας που υπέγραψε μαζί με τον αρχηγό της ΕΡΕ και τον Κωνσταντίνο στις 18 Δεκεμβρίου 1966. Είχαν προηγηθεί δύο συναντήσεις των πολιτικών αρχηγών, που κατέληξαν, έπειτα από σχετική διαπραγμάτευση, στην υιοθέτηση του εκλογικού συστήματος της απλής αναλογικής και τη συμφωνία για ανάθεση της μεταβατικής κυβέρνησης στον Ιωάννη Παρασκευόπουλο. Στις 20 Δεκεμβρίου, δύο ημέρες μετά την υπογραφή του σχετικού συμφώνου, ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος απέσυρε τη στήριξή του από την κυβέρνηση Στεφανόπουλου. Η νέα κυβέρνηση Παρασκευόπουλου ορκίστηκε την επομένη, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις αναφορικά με τις συνθήκες που οδήγησαν στον σχηματισμό της, καθώς οι διαβεβαιώσεις των δύο πολιτικών αρχηγών ότι δεν είχε προηγηθεί μεταξύ τους συνεννόηση, δεν έδειχναν πλέον πειστικές. Ο Ανδρέας Παπανδρέου αρχικά αρνήθηκε να συναινέσει στη λύση Παρασκευόπουλου, την οποία θεωρούσε υποχώρηση έναντι των αιτημάτων του δεύτερου ανένδοτου, τελικά όμως υπαναχώρησε. Συνεπώς, η απόφαση του αρχηγού του Κέντρου πέτυχε να περιορίσει τη δυνατότητα παρεμβάσεων του Ανδρέα Παπανδρέου, η δυναμική των οποίων μπορούσε να απειλήσει την επάνοδο του γηραιού πολιτικού στην πρωθυπουργία.

Παράλληλα, όμως, οι επαφές του Κωνσταντίνου με στρατιωτικούς, με προεξάρχοντα τον αρχηγό ΓΕΣ Γρηγόριο Σπαντιδάκη, μέσω του Αρναούτη, συνεχίζονταν επιβεβαιώνοντας τις παράλληλες εναλλακτικές που εξέταζε το Στέμμα. Με άλλα λόγια, αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο παρέμβασης του στρατού για μία εξωκοινοβουλευτική λύση ως τελικό ανάχωμα, ο Κωνσταντίνος επεδίωκε να προλάβει οποιαδήποτε πιθανότητα υπερίσχυσης των πολιτικών έναντι των δικών του πρωτοβουλιών.

Η θέση των ΗΠΑ στις πολιτικές εξελίξεις

Η προσπάθεια συνεννόησης των δύο πολιτικών αρχηγών ήταν ένα εξαιρετικά σύνθετο εγχείρημα. Μάλιστα, η εμπλοκή και πρόσθετων παραγόντων, όπως η Ελένη Βλάχου και ο Χρήστος Λαμπράκης, συνέβαλε καταλυτικά στην άρση των αδιεξόδων και την τελική συμφωνία σε μία δέσμη προτάσεων που αποτελούσε μία ύστατη –έστω και ατελή– προσπάθεια άρσης του μακρού πολιτικού αδιεξόδου.

Ενδιαφέρον όμως παρουσιάζει και η στάση που τήρησαν οι ΗΠΑ. Τον Αύγουστο του 1966, ο Αμερικανός πρεσβευτής είχε ήδη εκτιμήσει με ακρίβεια ότι ο Κανελλόπουλος θα απέσυρε τη στήριξή του στην κυβέρνηση Στεφανόπουλου και ότι οι επόμενες εκλογές θα διεξάγονταν από υπηρεσιακή κυβέρνηση την άνοιξη του 1967. Aλλωστε, ο ηγέτης του Κέντρου είχε ζητήσει από τον Phillips Talbot να μεταφέρει τη συμβιβαστική του πρόταση προς τα Ανάκτορα, θεωρώντας ότι κανένας ελληνικός δίαυλος δεν θα ήταν αξιόπιστος. Με βάση και αυτές τις καταγραφές, καθίσταται σαφής η προσπάθεια των Ελλήνων πολιτικών να επιτύχουν την εύνοια των Αμερικανών, προκειμένου να επιβληθούν στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό. Πρόκειται για μία σχεδόν καθολική τακτική, η οποία όμως δεν θα έπρεπε να οδηγεί απαραίτητα και στο συμπέρασμα ότι οι Αμερικανοί είχαν άμεσο έλεγχο επί του συνόλου των εσωτερικών διεργασιών.

Σε κάθε περίπτωση, ο Talbot επικρότησε τις πολιτικές εξελίξεις του Δεκεμβρίου, σημειώνοντας πάντως ότι είχαν προηγηθεί έντονες πιέσεις προκειμένου να επιτευχθεί η απαιτούμενη συναίνεση. Παρά τις όποιες ενστάσεις του όμως, ο Αμερικανός πρεσβευτής έδειχνε ικανοποιημένος με την επαναπροσέγγιση του αρχηγού του Κέντρου με τον βασιλιά. Υπογράμμιζε δε, ότι η βασική αιτία των αντιδράσεων του Ανδρέα Παπανδρέου έναντι της συμφωνίας ήταν το ότι αυτή του αποστερούσε βασικά επιχειρήματα της πολεμικής έναντι των Ανακτόρων.

Οι λόγοι που οδήγησαν στην αποτυχία του εγχειρήματος

Η πρωτοβουλία των τριών ηγετών, Παπανδρέου, Κανελλόπουλου και Κωνσταντίνου, αποτελεί την τελευταία πράξη σειράς ενεργών παρεμβάσεων του Στέμματος στην πολιτική ζωή της χώρας, η οποία –αν και όχι εκτός των πλαισίων της συνταγματικής νομιμότητας– κατέτεινε για μία ακόμη φορά στην επιβολή των θελήσεων του Θρόνου. Επιπλέον, θα πρέπει να επισημανθεί ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της συγκεκριμένης συγκυρίας. Και οι τρεις πρωταγωνιστές της τελούσαν υπό αμφισβήτηση από μεγάλο τμήμα των πολιτών, ενώ οι δύο πολιτικοί αρχηγοί αντιμετώπιζαν και έντονες εσωκομματικές αντιδράσεις, οι οποίες απλώς επιτάθηκαν μετά τη διαπίστωση της ύπαρξης μεταξύ τους συμφωνίας. Μιας συμφωνίας που τελικά έδειχνε να αποτελεί και μία ύστατη προσπάθεια πολιτικής επιβίωσης και επιβολής τους και επί των εσωκομματικών τους αντιπάλων.
Η ανατροπή της κυβέρνησης Στεφανόπουλου δεν ήλθε ως κεραυνός εν αιθρία. Αντιθέτως έδειχνε να είναι θέμα χρόνου. Παρά ταύτα, πρέπει να εξεταστεί αν εκεί που είχαν φτάσει τα πράγματα, τα πολλαπλά αδιέξοδα που αντιμετώπιζε το πολιτικό σύστημα της χώρας εν γένει, επέτρεπαν επιτυχία της όποιας λύσης. Είναι άλλωστε ενδεικτικό το γεγονός ότι οι αρχηγοί των δύο μεγάλων κομμάτων, αν και συμφωνούσαν στην ανάγκη αλλαγής, απέφυγαν χαρακτηριστικά οποιαδήποτε ενέργεια θα τους εξέθετε έναντι της μέχρι τότε ρητορείας τους. Αρνούμενοι να αναλάβουν την ευθύνη διαχείρισης της κρίσης από μία κυβέρνηση συνεργασίας ΕΡΕ-Ε.Κ., επέτρεψαν στο Στέμμα να διατηρήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων, με την τοποθέτηση μιας μεταβατικής κυβέρνησης απολύτως ελεγχόμενης. Η απαίτηση του Γεωργίου Παπανδρέου να μείνει μυστική η συνεννόηση, προκειμένου να μη βρεθεί αντιμέτωπος με τον σκληρό πυρήνα της Ε.Κ., καταδίκασε τη συμφωνία, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει απαρχή ύφεσης των πολιτικών παθών – τελικά, αν και δεν ήταν αυτό το σκοπούμενο αποτέλεσμα, οδήγησε σε ακόμη μεγαλύτερη έξαρση των παθών. Τέλος, η αδυναμία του Κωνσταντίνου να επιτύχει ευρύτερες συνθέσεις, τον ώθησε σε κινήσεις που τελικά όξυναν τα πάθη, αποκλείοντας κάθε δυνατότητα σύγκλισης. Aλλωστε, δείχνει να ανακύπτει αμείλικτο το ερώτημα κατά πόσον μετά τον Δεκέμβριο 1966 υπήρχε πλέον οποιαδήποτε δυνατότητα υπαγωγής της κρίσης σε κάποιο έλεγχο.

* Ο κ. Χρήστος Χρηστίδης διδάσκει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ