ΒΙΒΛΙΟ

Το ανεπανάληπτο λογοτεχνικό πρόσωπο

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΛΑΚΗΣ ΠΡΟΓΚΙΔΗΣ
Υπό την παπαδιαμαντικήν δρυν
εκδ. Εστία, σελ. 332

Ο​​ Λάκης Προγκίδης στο παρόν δοκίμιο διερωτάται για τη διαχρονικότητα του παπαδιαμαντικού έργου, στηρίζοντας τις σκέψεις του στην πεποίθηση πως «κύριο μέλημα του κριτικού όπως και του οποιουδήποτε αναγνώστη είναι να σέβεται εκείνο που αγαπάει βαθιά ο συγγραφέας κι όχι αυτό που θεωρεί αξία ο δικός του κόσμος». Το κεντρικό ερώτημα που απασχολεί τον δοκιμιογράφο είναι κατά πόσο ο Παπαδιαμάντης διαλέγεται ουσιαστικά με τον σύγχρονο κόσμο. Με αφορμή τον ενθουσιώδη επετειακό εορτασμό, το 2011, των εκατό χρόνων από τον θάνατό του, αναρωτιέται πώς τον διαβάζουμε σήμερα. Νοσταλγώντας έναν χαμένο χωροχρόνο, μια Ελλάδα «που βούλιαξε και χάθηκε σαν την Ατλαντίδα», ή αναγνωρίζοντας πως η παγκόσμια αξία της λογοτεχνίας του έγκειται στην ικανότητά της να ανταποκρίνεται στους φόβους και τις έγνοιες «του κάθε ανθρώπου σ’ όλη την οικουμένη»; Μέχρι και την τελευταία σελίδα ο Προγκίδης προασπίζεται τη δεύτερη ανάγνωση.

Η αγαπητική μέριμνα με την οποία ξεδιαλέγει τα ζώντα, άχρονα και αρχέγονα στοιχεία της παπαδιαμαντικής κιβωτού εκκινεί από την ανησυχία του για την ολοσχερή απαξίωση του χρόνου στην ατομοκεντρική, χρησιμοθηρική εποχή της νεωτερικότητας, εποχή αμείλικτου προοδευτισμού και βιολογικής μοναξιάς. Η διχοτόμηση του χρόνου «σε ευεργετικό μέλλον και άχρηστο παρελθόν» είχε ως συνέπεια την απονοηματοδότηση του παρόντος, την εξίσωσή του με το απόλυτο μηδέν. Ο προοδευτικός άνθρωπος «είναι αναγκαστικά εγκατεστημένος στο μηδέν». Ως θεμελιακό αντίβαρο της υπαρξιακής εκμηδένισης προτείνεται η τέχνη του μυθιστορήματος και στο σημείο αυτό είναι νευραλγικής σημασίας η επιμονή του Προγκίδη στην πρόταξη της μυθιστορηματικής ιδιοσυστασίας της πεζογραφίας του Παπαδιαμάντη. Οπως πολύ διεισδυτικά παρατηρεί, μόνο στο μυθιστόρημα «ο άνθρωπος συλλαμβάνεται ως απέραντο μυστήριο» και υπό αυτό το πρίσμα το μυθιστόρημα συνιστά κατάφωρη άρνηση της μονοδιάστατης εξέλιξης του ατόμου. «Το μυθιστόρημα είναι η τέχνη της συγκεκριμένης ύπαρξης». Στις σελίδες των σπουδαίων τεχνιτών ενσαρκώνεται η μοναδική αλήθεια, η «αφύσικη» φύση του μυθιστορηματικού προσώπου. Μόνο μέσα από την προσέγγιση και την ερμηνεία της μοναδικότητάς του, «έχουμε ελπίδα να κατανοήσουμε το έργο στην ολότητά του».

Ο Παπαδιαμάντης μπόλιασε το δικό του «μυθιστόρημα» με την τοπική παράδοση, τη λαλιά του λαού και τη λογιοσύνη του, εν ολίγοις με τα πιο γόνιμα και εύκαρπα στοιχεία του ελληνικού πολιτισμού, τόσο του αρχαίου όσο και του ελληνοχριστιανικού. Στα έργα του ο άνθρωπος ανυψώνεται σε μοναδική, ανεπανάληπτη και αναντικατάστατη ύπαρξη, διαπερατή από ασύλληπτες εκδοχές και δυνατότητες και συνάμα αδάμαστη από την επικυριαρχία του «ορθολογικού ολοκληρωτισμού». Τελικά η θεώρηση του Παπαδιαμάντη από τον Προγκίδη ως μυθιστοριογράφου δικαιώνεται στον βαθμό που αυτός ο μέγιστος της παγκόσμιας λογοτεχνίας συνέβαλε «στην αναπαράσταση μιας καινούργιας εκδοχής, ανίδωτης και ανείπωτης μέχρι τότε, της ανθρώπινης ύπαρξης». Στο μυθιστορηματικό του ψηφιδωτό, ο άνθρωπος ανακτά την ιερότητά του ενώ ο χρόνος ξαναγίνεται διφυής, στιγμή και μαζί αιωνιότητα.

Για τον Προγκίδη θαυμασμός ίσον απορία. «Θαυμάζω σημαίνει ότι καμιά σκέψη δεν μπορεί να εξαντλήσει το μυστήριο του έργου που είναι μπροστά στα μάτια μας». Καμία δημιουργία και καμία κρίση περί αυτής δεν μπορούν να γεννηθούν αν δεν αντιμετρηθούν με «το ανυπέρβλητο σύνορο του θαύματος». Κρατώντας αποστάσεις από την πεπατημένη ανάγνωση του Παπαδιαμάντη, ο Προγκίδης διατυπώνει έναν ερεθιστικό, εμβριθή, επιμελώς προκλητικό, στοχασμό που υπερβαίνει την προβληματική του δοκιμίου του. Οι πολύτιμες για την κριτική σκέψεις του εστιάζονται στη θέαση της ύπαρξης μέσα από τη λογοτεχνία, στη θέαση του ατόμου «ως θαύμα και ως δημιουργία στο εσωτερικό ενός θαυμαστού όλου». Ο Προγκίδης προτάσσει μια ανοιχτή, καθολικής αξίας, ανάγνωση του Παπαδιαμάντη, απαλλαγμένη από τις παρωπίδες της αισθητικής μας παιδείας, γιατί αλλιώς η αγάπη μας για το έργο του θα εκπέσει στη λατρεία ενός κειμηλίου, «ενός κόσμου που έσβησε μαζί με την ιερότητα του ανθρώπου». Το έργο τέχνης, όπως καθετί παρελθόν, αναγεννάται αενάως μέσα «από την τεταμένη σχέση μας με τον κόσμο, από τα ερωτήματα που θέτουμε στον κόσμο μας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ