ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Εμπόδια σε πλήρη απασχόληση υψηλοί φόροι και εισφορές

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οι σημαντικές αυξήσεις στο ύψος των ασφαλιστικών εισφορών και του φόρου εισοδήματος αποτρέπουν τις επιχειρήσεις από την εφαρμογή παραγωγικών διαδικασιών εντάσεως εργασίας κατά την ανάπτυξη των εργασιών τους, δυσχεραίνοντας έτσι τη δημιουργία θέσεων πλήρους απασχόλησης, σημειώνει η Alpha Bank στο μηνιαίο δελτίο της. Παράλληλα, ενισχύουν τα κίνητρα για ανασφάλιστη εργασία και αύξηση των παραοικονομικών δραστηριοτήτων.

Η Ελλάδα σημείωσε την περασμένη χρονιά τη μεγαλύτερη αύξηση του λόγου τού μη μισθολογικού κόστους της εργασίας προς το συνολικό κόστος εργασίας μεταξύ των περισσοτέρων χωρών του ΟΟΣΑ, τόσο στην περίπτωση του άγαμου εργαζομένου όσο και σε αυτήν του έγγαμου με δύο παιδιά. Αντίθετα, η Πορτογαλία, χώρα η οποία επίσης υιοθέτησε πολιτικές δημοσιονομικής προσαρμογής, κατόρθωσε το 2016 να έχει τη μεγαλύτερη μείωση του λόγου αυτού, μετά την Αυστρία. Ο λόγος αυτός συνιστά ένα μέτρο της διαφοράς ανάμεσα στο πόσο κοστίζει η εργασία στον εργοδότη και στο ποια είναι η αμοιβή την οποία καρπώνεται εντέλει ο εργαζόμενος. Το μη μισθολογικό κόστος εργασίας ορίζεται ως το άθροισμα του προσωπικού φόρου εισοδήματος και των εισφορών τόσο του εργοδότη όσο και του εργαζομένου. Οπως προκύπτει από την ανάλυση των στοιχείων, αυτό προέρχεται σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι στις άλλες χώρες από τις υψηλές ασφαλιστικές εισφορές σε σχέση με τον φόρο εισοδήματος των φυσικών προσώπων.

Ειδικότερα, το 2016 παρατηρείται ότι στην Ελλάδα ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων αποτελεί μόλις το 7,7% του κόστους εργασίας, έναντι 13,4% στην Πορτογαλία, 11,6% στην Ισπανία και 16,4% στην Ιταλία. Αντίθετα, οι ασφαλιστικές εισφορές των εργοδοτών είναι στο 12,6% του συνολικού κόστους, πολύ υψηλότερα από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ