ΒΙΒΛΙΟ

Από το Αουσβιτς στο Βερολίνο

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΑΝΤΖΗ ΣΑΛΤΑΜΠΑΣΗ
Μπερλίν
εκδ. Πόλις, σελ. 110


Οι πόλεις που κατοικούμε, όπως και αυτές που εγκαταλείπουμε, μας παιδεύουν. Μπλέκουν τις ιστορίες τους στη δική μας ιστορία, έχουν εμμονές και αντιφάσεις, απλωσιά και αδιέξοδα, μυστικά και ενοχές, μνήμη και αμνησία. Πόσο μάλλον μια ξένη πόλη. Μια ξένη πόλη είναι υπερθετικά ορατή, καθότι δεν έχει γνώριμες, οφθαλμοφανείς όψεις. Στο ανοίκειο «εκεί», όλα αξιώνουν ένα βλέμμα, μια εξήγηση. Για την Αντζη Σαλταμπάση, «εδώ» είναι το Βερολίνο ενώ η Αθήνα βρίσκεται «εκεί», μακριά της. Στο Βερολίνο δημιούργησε μια καινούργια ζωή, παντρεύτηκε έναν Ελληνα Εβραίο και έκανε δύο παιδιά, τα οποία επέλεξε να στείλει στο εβραϊκό σχολείο. Ωστόσο, το Βερολίνο δεν είναι μια οποιαδήποτε μητρόπολη. Παραμένει διχοτομημένο, μετέωρο ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν. Από τη μια η ενοχή, από την άλλη η γερμανική υπεροχή. Πώς γίνεται να συγκατοικήσουν σε έναν χώρο αυτοί οι θηριώδεις αντίποδες; Πολύ δύσκολα και πολύ επώδυνα.

«Είναι κανονικός ή αφομοιωμένος;», ρωτούν διακριτικά τη συγγραφέα οι Γερμανοί συμπολίτες της, αναφερόμενοι στην εβραϊκή καταγωγή του συζύγου της. Πώς να απαντήσει; Να τους πει ότι οι περισσότεροι Εβραίοι της Ελλάδας έγιναν στάχτη, αλλά, παρ’ όλα αυτά, μερικοί επέζησαν και οι απόγονοί τους ζουν ακόμα, αφομοιωμένοι όμως, προκειμένου να μη διεγείρουν τον αντισημιτισμό της ελληνικής κοινωνίας; Δεν μπορούσε να το πει, «ποιος μπορεί να μιλήσει τόσο σκληρά». Αλλωστε, δεν απευθυνόταν σε θύτες.

Εκείνο που κυρίως δυσκολεύει τη Σαλταμπάση στο Βερολίνο είναι η ηθική διάσταση της παρουσίας της. Δεν θέλει να σκεφτεί ότι η ζωή της συνιστά άλλοθι για τα εγκλήματα του παρελθόντος, αλλά δεν μπορεί και να παραβλέψει τον προβληματικό χαρακτήρα της σχέσης της εβραϊκής, κατά το ήμισυ, οικογένειάς της με τη γερμανική κοινωνία. Σε μια πόλη κατάφορτη με μνημεία, που περιφρουρούν βλοσυρά την ενοχή και εγχαράσσουν την απολογία σε τόνους γρανίτη, μια πόλη χτισμένη στη μεταμέλεια, η παρουσία της υπενθύμιζε το άγος του παρελθόντος και την ίδια στιγμή απάλλασσε το παρόν από τα προπατορικά κρίματα. Δεν άντεχε να συδαυλίζει την τρομερή γερμανική ενοχή, ούτε όμως άντεχε το μίσος των καλοπροαίρετων Γερμανών για τους Εβραίους που τους βασάνιζαν, όπως μόνο ένα θύμα ξέρει. Διότι είναι συντριπτική, συχνά μάλιστα υπεροπτική και σαδιστική, η αξίωση της εξιλέωσης που ενίοτε εγείρουν οι απόγονοι των θυμάτων ή οι κάθε λογής εκπρόσωποί τους. Ωστόσο, το Ολοκαύτωμα δεν πρέπει να ευτελιστεί σε ηθικό πλεονέκτημα. Κανενός είδους αποζημίωση δεν του αναλογεί.

Σε ένα τραπέζι ένας Γερμανός γίνεται έξαλλος με ένα ανάρμοστο αστείο και στρεφόμενος στη συγγραφέα τής λέει χαμηλόφωνα, τρέμοντας από οργή, πως όταν τελείωσε το σχολείο κοιτούσε τα χέρια του και ήταν σίγουρος πως είχαν σκοτώσει κάμποσους Εβραίους, γιατί τόσα χρόνια δεν μάθαινε τίποτα άλλο παρά όλα όσα τους είχαν κάνει οι Γερμανοί. Ισως αυτός ο θυμωμένος άντρας να μην είχε άδικο. Στο Βερολίνο η μνήμη είναι εξοντωτική, τιμωρητική, γρανιτένια. Οι Γερμανοί εγκλημάτησαν κατά της ανθρωπότητας με τον πιο ασύλληπτο τρόπο και οι επίγονοί τους επωμίστηκαν με τη διαβόητη γερμανική ευπείθεια το φορτίο της φρίκης. Μπορεί, όμως, κανείς να ζει κάθε μέρα με τόσο δάνειο άχθος στα χέρια του; «Είναι ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο να μην μπορείς».

Δεν είναι λογικό η ζωή να συνεχίζεται, σκέφτεται η συγγραφέας περπατώντας στο Βερολίνο. Αλλά ο κόσμος ουδέποτε υπήρξε λογικός, όσο και αν πασχίζουμε να τον εξορθολογίσουμε. Αντί λοιπόν να διαπληκτίζεται με συγχυσμένους Γερμανούς, η Σαλταμπάση άρχισε να ψάχνει στη γερμανική πρωτεύουσα τους χαμένους, εκείνους που τους έθαψαν τα τρένα. Δεν αναζητούσε νεκρούς, αλλά ζωές πριν από τον θάνατο. Σε αναμνηστικές πλάκες, σε επιγραφές, σε αρχεία, σε μαρτυρίες επιζώντων, συναντιόταν με τους Εβραίους Βερολινέζους, μάθαινε τα ονόματά τους, τις διευθύνσεις τους, θραύσματα της καθημερινότητάς τους και ύστερα από λίγο καιρό τούς θυμόταν για πάντα. Η ανάσυρση των νεκρών από τις στάχτες «δεν είναι μια διαδικασία που τελειώνει», αλλά και η ζωή αντιτάσσει επείγοντα καθήκοντα, που δεν επιτρέπεται να αμελήσουμε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ