ΝΙΚΟΣ Κ. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ*

Ο Μακρόν και η ανάγκη αλλαγής πολιτεύματος στη Γαλλία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μ​​ετά τις ολλανδικές εκλογές της 15ης Μαρτίου, το αποτέλεσμα του πρώτου γύρου των γαλλικών προεδρικών εκλογών, την περασμένη Κυριακή, έδειξε ότι η πορεία προς την καταστροφή στην Ευρώπη είναι αναστρέψιμη. Και ότι τα πνευματικά αποθέματα των ευρωπαϊκών λαών μπορούν όχι μόνο να ανακόψουν την επέλαση του εθνικολαϊκισμού, αλλά και να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για μια νέα πορεία.

Από αυτή την άποψη, η πρωτιά του Εμανουέλ Μακρόν, εκεί που επί μήνες οι σφυγμομετρήσεις ανήγγελλαν προβάδισμα της Μαρίν Λεπέν έχει, όπως πιστεύω, μεγάλη συμβολική σημασία. Γιατί, όσες επιφυλάξεις και αν διατηρεί κανείς για το τραπεζικό παρελθόν του νεαρού Γάλλου πολιτικού, τα ντιλ και τις αμύθητες αμοιβές του, η υποψηφιότητά του ήταν η πιο φιλευρωπαϊκή. Θα πρέπει συνεπώς να χαιρετισθεί ως νίκη όχι μόνο της δημοκρατίας πάνω στον νεοφασισμό, αλλά και της Ευρώπης πάνω στην αναδίπλωση και την εσωστρέφεια. Κάτι που από φανατισμό ή μικροψυχία δεν αναγνώρισε ο κ. Μελανσόν, ούτε κάποιοι στενόμυαλοι υποστηρικτές του στην Ελλάδα. (Αλήθεια, τι περιμένουν οι τελευταίοι; Μήπως την άλλη φορά να φτύσει κατάμουτρα τον Αλέξη Τσίπρα;)

Από εκεί και πέρα μετράει το αύριο. Οσο και αν κατανοεί κανείς τη στάση των Γάλλων συναδέλφων, που επισείουν τον κίνδυνο της αποχής και της επανάπαυσης στις 7 Μαΐου, νομίζω ότι οι πιθανότητες μιας έκπληξης στον δεύτερο γύρο είναι πολύ μικρές. Η κ. Λεπέν πρέπει να συντριβεί και ο γαλλικός λαός, όπως ελπίζω, το ξέρει καλύτερα από τον καθένα.

Το ερώτημα, συνεπώς, που τίθεται είναι αν ο Εμανουέλ Μακρόν, με το παρόν πολίτευμα της Γαλλίας, θα μπορέσει να κυβερνήσει. Υπενθυμίζεται ότι το 2000 οι Γάλλοι, για να εξορκίσουν τη «συγκατοίκηση», αναθεώρησαν το σύνταγμά τους, ώστε προεδρικές και βουλευτικές εκλογές χρονικά να συμπίπτουν («Quinquennat»). Η ιδέα που υπέβοσκε είναι πως αν οι δύο εκλογές απέχουν ελάχιστα μεταξύ τους, η προεδρική πλειοψηφία θα συμπέσει λίγο πολύ με την κοινοβουλευτική και έτσι θα αποτραπεί το ενδεχόμενο να έχουμε και πάλι αριστερό πρόεδρο με δεξιό πρωθυπουργό ή το αντίστροφο. Για να συμβεί όμως αυτό, ο πρόεδρος πρέπει να έχει ή έστω να προέρχεται από στοιχειωδώς συγκροτημένο δικό του κόμμα. Κάτι που, ως γνωστόν, ο κ. Μακρόν δεν διαθέτει. Θα μπορέσει να το δημιουργήσει στους λιγότερο από δύο μήνες που απομένουν ώς τις βουλευτικές εκλογές του προσεχούς Ιουνίου;

Το εγχείρημα δεν θα είναι εύκολο. Διότι το εκλογικό σύστημα της Γαλλίας, δηλαδή το πλειοψηφικό σε δύο γύρους με μονοεδρικές περιφέρειες, προϋποθέτει τοπικές ρίζες, δηλαδή πολιτικούς που να γνωρίζουν τις ιδιομορφίες καθεμιάς από τις 566 εκλογικές περιφέρειες της χώρας και που να μπορούν να ανταγωνιστούν σοβαρά τους υποψηφίους των άλλων κομμάτων. Πολύ περισσότερο, όταν οι τελευταίοι πολιτεύονται επί χρόνια στην ίδια περιφέρεια και έχουν εκτεταμένα πελατειακά δίκτυα.

Ο ισχυρότερος σύμμαχος του κ. Μακρόν στην προσπάθειά του να «κατεβάσει» επιτυχώς υποψηφίους σε όλη τη γαλλική επικράτεια, δεν είναι πολύ γνωστός εκτός Γαλλίας. Πρόκειται για μια βαθύτερη τάση του γαλλικού λαού να ακολουθεί σχεδόν τυφλά τον ηγέτη που κατά καιρούς επιλέγει, δίνοντάς του τα μέσα που αυτός ζητεί για να εφαρμόσει τις εξαγγελίες του. Ο όρος που συνήθως χρησιμοποιείται γι’ αυτή την τάση έχει διαμορφωθεί στη γαλλική ιστορία από την εποχή του Ναπολέοντος Α΄, του ομώνυμου ανιψιού του και, πιο πρόσφατα του στρατηγού Ντε Γκωλ: είναι η vocation plébiscitaire, που συνίσταται στη χορήγηση εν λευκώ επιταγής στον εκλεκτό της στιγμής.

Στο εύλογο ερώτημα που υπέβαλα σε Γάλλο συνάδελφο, για το αν δηλαδή ο Μακρόν έχει το «βάρος» ενός Βοναπάρτη ή ενός Ντε Γκωλ για να ευνοηθεί από αυτή την παράδοση, η απάντηση ήταν μάλλον χιουμοριστική: μα και ο Ναπολέων ήταν μικρός το δέμας!
Γνωρίζοντας τον ρεαλισμό των πολιτευομένων του γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος πιστεύω πως, την ανάγκη φιλοτιμία ποιούμενοι, θα διαπραγματευθούν με τον κ. Μακρόν για αμοιβαία υποστήριξη στον δεύτερο γύρο των προσεχών βουλευτικών εκλογών. Αυτό ωστόσο, ίσως να μην αρκέσει, αφού, σύμφωνα με μια παλιά διάταξη του γαλλικού εκλογικού νόμου, για να παραμείνει κανείς υποψήφιος στον δεύτερο γύρο θα πρέπει να έχει συγκεντρώσει ποσοστό 12,5% των εγγεγραμμένων από τον πρώτο. Κάτι που με τη σημερινή πολυδιάσπαση της γαλλικής Αριστεράς δεν είναι αυτονόητο ότι θα συμβεί, ακόμη και στις πιο «σίγουρες» εκλογικές περιφέρειες.

Αν λοιπόν, όπως πιστεύω, ο κ. Μακρόν δεν διαθέτει δική του πλειοψηφία στην προσεχή γαλλική Βουλή (η Γερουσία είναι άλλη υπόθεση, αφού δεν εκλέγεται απευθείας από τον λαό, και η σύνθεσή της ανανεώνεται κατά το ήμισυ κάθε τρία χρόνια), θα αναγκασθεί να συνεργασθεί με τα παραδοσιακά κόμματα, είτε εκ δεξιών είτε εξ αριστερών του. Θα επιλέξει, προς τούτο, ως πρωθυπουργό έναν πολιτικό που θα διακρίνεται περισσότερο ως ισορροπιστής παρά ως καινοτόμος. Οπότε το ερώτημα που μοιραία θα τεθεί είναι αν θα αναβληθούν επ’ αόριστον οι μεταρρυθμίσεις που τόσο έχει ανάγκη η Γαλλία.

Είναι αλήθεια ότι το γαλλικό Σύνταγμα παρέχει πολλά όπλα στον πρόεδρο να επιβάλει την πολιτική του, ακόμη και όταν δεν διαθέτει δική του πλειοψηφία στη Βουλή. Πρώτο από αυτά είναι το δημοψήφισμα και δεύτερο η διάλυση της Βουλής. Μπορεί επιπλέον να διορίζει πρωθυπουργό (και κατ’ επέκταση κυβέρνηση) της επιλογής του (υπό τον όρο, βέβαια, ότι θα πάρει ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή), να εκδίδει νομοθετικά διατάγματα σχεδόν απεριορίστως και, βάσει του περίφημου άρθρου 49 παρ. 3 να «περνάει» από τη Βουλή νομοθετήματα χωρίς ψηφοφορία (αν οι αντιτιθέμενοι δεν συσπειρωθούν εναντίον του). Αρκούν τα όπλα αυτά για να κυβερνήσει;

Πιστεύω πως όχι. Αργά ή γρήγορα, θα βρεθεί μπροστά στο δίλημμα είτε να διαλύσει τη Βουλή, επιδιώκοντας την επιθυμητή πλειοψηφία, είτε να συμβιβασθεί με την αδράνεια. Κάτι που ούτε η Γαλλία ούτε ακόμη περισσότερο η Ευρώπη χρειάζονται αυτήν τη στιγμή.
Διερωτάται, συνεπώς, κανείς αν είχε δίκιο ο Αλέν Τουρέν όταν υποστήριζε (στα «Νέα», 22.4.2017) ότι ο επόμενος πρόεδρος της Γαλλίας θα είναι «μεταβατικός». Σε κάθε περίπτωση, η εκλογή του θα σημάνει το τέλος της Ε΄ Γαλλικής Δημοκρατίας. Οι Γάλλοι αργά ή γρήγορα είτε θα επιλέξουν ένα προεδρικό πολίτευμα αμερικανικού τύπου, είτε θα επανέλθουν στα γνώριμα μονοπάτια του γνήσιου κοινοβουλευτισμού, ο οποίος παλαιότερα δεν τους εμπόδισε να κάνουν άλματα εκσυγχρονισμού και προόδου.

* Ο κ. Ν. Κ. Αλιβιζάτος είναι ομ. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ