ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΓΙΑΚΟΥΜΑΚΗΣ*

Ποιοτικές Μεταπτυχιακές Σπουδές

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

T​​ις τελευταίες δεκαετίες έχει αναδειχθεί η ιδιαίτερη σημασία της μεταπτυχιακής εκπαίδευσης. Η μεταπτυχιακή εκπαίδευση αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής πολιτικής, καθώς όχι μόνο συνδέει μία κοινωνία με τις τρέχουσες και πιο επίκαιρες εξελίξεις σε επιστημονικό και ερευνητικό επίπεδο, αλλά συμβάλλει καθοριστικά στη σύνδεση της έρευνας με την παραγωγική δραστηριότητα. Συνεπώς, αποτελεί αναγκαιότητα, αλλά και υποχρέωση της πολιτείας, η υποστήριξη της οργάνωσης από τα πανεπιστήμια μεταπτυχιακών σπουδών, και η ουσιαστική ενίσχυση εκείνων ειδικότερα που διακρίνονται διεθνώς.

Στην τρέχουσα οικονομική συγκυρία, οι δημόσιοι πόροι είναι περιορισμένοι. Συνεπώς, αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία η διαμόρφωση του θεσμικού πλαισίου που θα διέπει την οργάνωση και λειτουργία των μεταπτυχιακών σπουδών. Το πλαίσιο αυτό δεν θα πρέπει να είναι ασφυκτικό, αλλά θα πρέπει να συμβάλλει:

α. Στην ενίσχυση της ποιοτικής διάστασης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.

β. Στην ανάπτυξη της μεταπτυχιακής εκπαίδευσης στη χώρα μας.

γ. Στην εξωστρέφεια των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων.

δ. Στην επίτευξη αριστείας διδακτικής και ερευνητικής.

ε. Στη διαμόρφωση των σωστών –από επιστημονική άποψη– κινήτρων για όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, δηλαδή φοιτητές και διδακτικό προσωπικό.

Η άποψη που στηρίζει ένα ασφυκτικό και άκρως παρεμβατικό κανονιστικό πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης εν γένει, αλλά και των μεταπτυχιακών σπουδών ειδικότερα, είναι όπως αποδεικνύει και η διεθνής εμπειρία, αναχρονιστική και ξεπερασμένη. Αντίθετα, η προσέγγιση που ακολουθείται από τις χώρες με τα κορυφαία πανεπιστήμια του κόσμου, επικεντρώνεται στη διαμόρφωση γενικών κανόνων που αποσκοπούν στην ενεργοποίηση των σωστών κινήτρων τόσο για τους φοιτητές όσο και για το διδακτικό προσωπικό, σε ένα ευέλικτο πλαίσιο λειτουργίας.

Η παροχή κινήτρων, ερευνητικών και οικονομικών, προκειμένου τα μέλη διδακτικού προσωπικού να διδάσκουν στα μεταπτυχιακά προγράμματα περιορίζει τη «φυγή» πολλών ικανών καθηγητών, που τα τελευταία χρόνια είτε εγκαταλείπουν τα πανεπιστήμια της χώρας για το εξωτερικό, είτε αναζητούν οικονομικούς πόρους από εξωπανεπιστημιακές δραστηριότητες. Η επιβολή ασφυκτικών περιορισμών στα εν λόγω κίνητρα όχι μόνο δεν θα περιορίσει το brain drain αλλά θα κρατήσει τελικά στη χώρα χαμηλής ποιότητας ερευνητές.

Υπάρχει ένα θεμελιώδες ερώτημα: Τι καθιστά ένα Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών ποιοτικό; Αναλύοντας τα κριτήρια που χρησιμοποιούν διεθνείς λίστες κατάταξης, όπως αυτή των Times Higher Education, της QS και της Eduniversal, φαίνεται ότι κριτήρια είναι:

α. Το ποιοτικό διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό του προγράμματος.

β. Το σύγχρονο πρόγραμμα σπουδών.

γ. Ο χαμηλός δείκτης φοιτητών προς καθηγητές.

δ. Η ποιότητα των φοιτητών.

ε. Οι επαγγελματικές προοπτικές των αποφοίτων.

Η βασική κινητήρια δύναμη των μεταπτυχιακών σπουδών, τόσο σε εθνικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι η ομάδα των καθηγητών που διδάσκει τους φοιτητές. Στους καθηγητές αυτούς οφείλουμε να δώσουμε κίνητρα συμμετοχής και όχι να τους αντιμετωπίζουμε ως ύποπτους για πλουτισμό, επειδή αμείβονται υπερωριακά από τους πόρους των μεταπτυχιακών προγραμμάτων.

Ενα πανεπιστήμιο, για να είναι χρήσιμο στον τόπο, οφείλει να αναπτύξει ποιοτικές μεταπτυχιακές σπουδές. Η πολιτεία οφείλει να επιβραβεύει τα πανεπιστήμια που το κάνουν αυτό, ιδιαίτερα μάλιστα όταν η λειτουργία τους δεν επιβαρύνει το δημόσιο ταμείο. Αν η πολιτεία αδυνατεί να αντιληφθεί την ανάγκη αυτή, τουλάχιστον ας μη λειτουργήσει διαλυτικά θυσιάζοντας επιτεύγματα που προέκυψαν από προσπάθειες δεκαετιών προς χάριν επίδειξης προθέσεων ανέξοδης κοινωνικής ευαισθησίας.

* Ο κ. Εμμανουήλ Γιακουμάκης είναι πρύτανης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ