ΜΙΧΑΗΛ Γ. ΙΑΚΩΒΙΔΗΣ*

Ο κάθε κατεργάρης στον πάγκο του

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μ​​ετά τη μεθεπόμενη εβδομάδα, η ελληνική πολιτική σκηνή πρέπει πλέον να αλλάξει ρυθμό. Από την πτώση της κυβέρνησης Σαμαρά και μετά, αμέσως ή εμμέσως, τόσο το κυβερνητικό όσο και το αντιπολιτευτικό αφήγημα περιστρέφονται γύρω από τη διαπραγμάτευση. Η κυβέρνηση, είτε από λάθος εκτιμήσεις είτε από ανικανότητα, παρέτεινε επικίνδυνα το κλείσιμο της αξιολόγησης, διστάζοντας να πάρει πολιτικώς επώδυνα μέτρα – αναστρέφοντας την όποια αναπτυξιακή δυναμική, και οδηγώντας εν τέλει σε πολύ χειρότερο αποτέλεσμα. Η αντιπολίτευση βρήκε την ευκαιρία να υψώσει τους τόνους της αντιπαράθεσης, εκμεταλλευόμενη την παρέλκυση, πιέζοντας για εκλογές. Στην προσπάθεια να κλείσει η συμφωνία, έγιναν σημαντικά λάθη που θα υπονομεύσουν την ανάπτυξη και τη δημοσιονομική εξισορρόπηση – αλλά πλέον η συμφωνία έκλεισε.

Η αντιπαράθεση ΔΝΤ - Γερμανίας για το ζήτημα της διευθέτησης του χρέους και οι πιέσεις για αναδιάρθρωσή του στη συνάντηση του G7 θα συνεχίσουν να βρίσκονται στο επίκεντρο της δημοσιότητας. Ομως η επακριβής αντιμετώπιση του προβλήματος του χρέους δεν έχει καθοριστική σημασία σήμερα. Αλλωστε η επίσπευση της συζήτησης πριν από τις γενικές εκλογές στη Γερμανία δεν έχει να κάνει με την Ελλάδα, αλλά με τις εσωτερικές δυναμικές στο ΔΝΤ. Εμείς παρακολουθούμε ως θεατές, με περιορισμένη δυνατότητα να παρέμβουμε, βλέποντας τον τέως εθνικό εχθρό κατά τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ να έχει μετασχηματισθεί στον υποστηρικτή των χρηματοοικονομικών μας συμφερόντων. Το ζήτημα είναι ότι η συζήτηση για τη συμφωνία και τα μέτρα έχει ουσιαστικά κλείσει τον κύκλο της, και ότι η Ελλάδα έχει δεχθεί μια επώδυνη λύση που, παρ’ όλα τα μειονεκτήματά της, θα τη γλιτώσει από οικονομική κατάρρευση. Τα πολιτικά προβλήματα της Τουρκίας, η συνεχιζόμενη κρίση στην Αίγυπτο και τη Β. Αφρική έχουν τονώσει σημαντικά τον τουρισμό, που δίνει αναπάντεχη πνοή στη χώρα μας. Το εκλογικό αποτέλεσμα, τόσο στη Γαλλία με την επικράτηση ενός ριζοσπάστη μεταρρυθμιστή, όσο και στη Γερμανία όπου η καγκελάριος Μέρκελ επικράτησε του κ. Σουλτς στις τοπικές εκλογές, ξεκαθάρισε και δύο σημαντικές εστίες αβεβαιότητας στην Ε.Ε.

Η ψήφιση των προαπαιτουμένων τις επόμενες ημέρες, λοιπόν, από μια κυβερνητική πλειοψηφία έτοιμη να δεχθεί οτιδήποτε για να μείνει στην εξουσία, δείχνει ότι σύντομα πρέπει να τελειώσει αυτή η παρατεταμένη περίοδος αέναων διαπραγματεύσεων αλλά και προεκλογικού αντιπολιτευτικού σθένους. Από την επόμενη Κυριακή τόσο η κυβέρνηση όσο και η αντιπολίτευση πρέπει να «γυρίσουν στον πάγκο τους», όπως κάναμε, σαν παιδιά, μετά τις διακοπές μας, και να ασχοληθούν με τα πραγματικά προβλήματα της χώρας.

Η κυβέρνηση πρέπει να κάνει την ανάγκη φιλοτιμία εάν θέλει να περιορίσει την πολιτική ζημιά που θα επιφέρει η επιβολή των μέτρων και περικοπών που αποφάσισε. Η εμμονή στην παλαιοκομματική τακτική των προσλήψεων δεν θα μπορέσει να την πάει μακριά, ελλείψει πόρων. Οι πιρουέτες στον χώρο της Παιδείας, που αποτελούν μιαν ευκαιρία για τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ να ικανοποιήσουν τον «παραδοσιακό» πολιτικό τους χώρο, θα έχουν περιορισμένα πολιτικά οφέλη – αλλά και μακροχρόνιο κόστος στη χώρα. Η προσοχή σε άλλα σημαντικά ζητήματα διαχείρισης της καθημερινότητας πρέπει να πάρει σειρά. Η ασφάλεια και η τήρηση της τάξης –με προτεραιότητα την επιδεινούμενη κατάσταση στα Εξάρχεια– πρέπει να αντιμετωπιστούν, για να αναστραφεί η αίσθηση μιας κυβέρνησης που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τα τρέχοντα προβλήματα. Οσο η έμφαση θα φεύγει από τη διαπραγμάτευση, τόσο τα απλά, καθημερινά ζητήματα θα αναδεικνύονται.

Τα προβλήματα που έχουμε πλέον να αντιμετωπίσουμε έχουν να κάνουν με τη λειτουργία της οικονομίας και του κράτους. Αυτό μετατοπίζει την έμφαση από τις συζητήσεις τού «τι πρέπει να γίνει» στην παρακολούθηση της λειτουργίας της χώρας και της ικανότητας των υπουργών να προωθούν όσα έχει συμφωνήσει η κυβέρνηση να γίνουν. Μπορεί ο κ. Τσίπρας να έχει ήδη αλλάξει τροπάριο, μιλώντας για επενδύσεις και αλλαγές, αλλά τόσο υπουργοί του όσο και κρατικοί λειτουργοί, τους οποίους έχει τοποθετήσει, συνεχίζουν τον πόλεμο χαρακωμάτων. Η αναδιάρθρωση των «κόκκινων» δανείων, το άνοιγμα των αγορών και η διευκόλυνση νέων επενδύσεων μένουν στα χαρτιά, στραγγαλίζοντας τον δυναμισμό που θα μπορούσε να έχει η οικονομία. Αυτό μας φέρνει στην οργάνωση του κράτους και της Δημόσιας Διοίκησης, που συνεχίζει να αποτελεί την «αχίλλειο πτέρνα» της χώρας, είτε αναφερόμαστε στην αναποτελεσματικότατη χρήση των πόρων του Δημοσίου (σε Υγεία, Παιδεία και Ασφάλεια), είτε αναφερόμαστε στον τρόπο με τον οποίο το Δημόσιο πνίγει τον ιδιωτικό τομέα. Ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι και πρέπει η κυβέρνηση να αντιμετωπίσει το χάος της Δημόσιας Διοίκησης.

Ως προς την αντιπολίτευση, η προοπτική εκλογών απομακρύνεται. Στόχος του κ. Μητσοτάκη πρέπει να είναι η αναδιάταξη και η ανανέωση του κόμματός του. Τα σημάδια, μέχρι σήμερα, είναι ανάμεικτα. Παρά τη μεταρρυθμιστική ρητορική, δεν έχουμε ακόμη δει επιλογές προσώπων που να εκφράζουν τη διάθεση πραγματικής ανανέωσης. Επίσης, η Ν.Δ. δεν χάνει ευκαιρία να εκμεταλλευθεί πολιτικά οποιαδήποτε πρόβλημα στη χώρα. Είναι εύκολο, αλλά και καταστρεπτικό να ασκείται κριτική για κάθε επώδυνο μέτρο που λαμβάνει η κυβέρνηση. Πολλά από όσα γίνονται, λόγω μνημονίου, είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Ο κ. Μητσοτάκης πρέπει να αξιοποιήσει τους επόμενους μήνες στην προετοιμασία όχι μόνο μιας εκλογικής νίκης, αλλά και μιας αποτελεσματικής, άκρως ρηξικέλευθης διακυβέρνησης. Πρέπει πλέον να αντιμετωπίσουμε πιο ώριμα τα πραγματικά προβλήματα της οργάνωσης της χώρας και της οικονομίας, χωρίς αντιπολιτευτικές κορώνες και εσωκομματικές εξισορροπήσεις. Τόσο για τον κ. Μητσοτάκη, όσο και τον κ. Τσίπρα, οι «καλοκαιρινές διακοπές» της ενασχόλησης με τη διαπραγμάτευση έχουν τελειώσει. Ωρα για δουλειά και αποτελέσματα.

* Ο κ. Μιχαήλ Γ. Ιακωβίδης κατέχει την Εδρα Επιχειρηματικότητας και Καινοτομίας Sir Donald Gordon στο London Business School και είναι Visiting Scholar στη New York Fed.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ