Κώστας Καλλίτσης ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΛΛΙΤΣΗΣ

Οι αγορές και το QE δεν είναι πανάκεια

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΛΥΣΗ

Η Βουλή ενέκρινε τα μέτρα που προέβλεπε η δεύτερη αξιολόγηση. Το τρίτο μνημόνιο, αυτό που είχε εγκριθεί από 222 βουλευτές τον Αύγουστο του 2015, δεν εκτροχιάστηκε. Ανοιξε, έτσι, ο δρόμος για την εκταμίευση της επόμενης δόσης από το Eurogroup (ίσως και στην αυριανή συνεδρίασή του) και διατηρήθηκε ζωντανή η ευκαιρία να βγει η χώρα από την εποχή των μνημονίων τον Αύγουστο του 2018. Εφόσον λυθεί η διαφωνία ΔΝΤ και Ευρωπαίων με θετικό τρόπο (ώστε το ΔΝΤ να παραμείνει στο ελληνικό πρόγραμμα) και συμφωνηθούν τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για την ελάφρυνση του ελληνικού δημοσίου χρέους, το τοπίο αλλάζει. Γίνεται ευνοϊκό για τη σταθεροποίηση της οικονομίας μας. Η χώρα ξαναβρίσκεται σε ένα σημείο καμπής.

Αυτό το σημείο δεν σηματοδοτεί το τέλος της προσπάθειας – είναι βέβαιο. Θα μπορούσε, όμως, να σηματοδοτήσει την επίσημη έναρξη μιας πορείας προς ένα νέο πρότυπο βιώσιμης ανάπτυξης με διατηρήσιμες θέσεις εργασίας. Υπάρχουν ορισμένοι καλοί οιωνοί. Ενας είναι το φρένο που έχει αρχίσει να λειτουργεί στην περαιτέρω μείωση της οικονομικής δραστηριότητας, όπως υποδηλώνουν σημαντικοί δείκτες – βιομηχανική παραγωγή, τζίρος, εξαγωγές, απασχόληση. Ενας δεύτερος είναι το ενδιαφέρον ξένων επενδυτικών ιδιωτικών κεφαλαίων να τοποθετηθούν σε διάφορους κλάδους, καθώς αναμένουν εκκίνηση της διαδικασίας μεγέθυνσης, για να προλάβουν την άνοδο των υποτιμημένων αξιών της χώρας.

Ωστόσο, αυτοματισμοί του τύπου «επιμηκύνεται το χρέος, έρχεται η ανάπτυξη», δεν υπήρξαν ποτέ, πουθενά. Ούτε υπάρχουν. Η ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα είναι πολύ σημαντική. Αφενός, γιατί αυτή θα είναι ένα πιστοποιητικό φερεγγυότητας της Ελλάδας, αφετέρου, γιατί θα επιφέρει πτώση των επιτοκίων και θα επιτρέψει σε υγιείς επιχειρήσεις να εξομαλύνουν το βαρύ κόστος δανεισμού τους. Τέλος, θα διευκολύνει την έξοδο της χώρας στις αγορές.

Θα μπορούσαμε να βγούμε δοκιμαστικά για μικρά ποσά στις αγορές ακόμα και πριν από την ένταξή μας στο QE, πιθανόν με επιτόκιο μικρότερο από 5%, μικρότερο από εκείνο που τους είχαμε πληρώσει τέτοια εποχή, το 2014. Και συγκαταλέγομαι σε όσους εδώ και καιρό έχουν υποστηρίξει ότι αν ήμασταν μια κανονική χώρα, θα επιδιώκαμε να βγούμε στις αγορές από τον Ιούλιο, έστω για ένα μικρό ποσό και με αυτό το δάνειο να αποπληρώσουμε το ομόλογο ύψους 1,5 δισ. ευρώ που λήγει τότε. Βεβαίως, αυτό θα ήταν σημαντικό μόνο υπό την προϋπόθεση ότι θα βγούμε καθαρά, όχι με underwriting αλλά με κανονική δημοπρασία, διεκδικώντας ευρεία κάλυψη της έκδοσης – όχι με «στημένους» αγοραστές. Αυτό, μάλιστα, θα βοηθούσε τον κ. Ντράγκι να μας εντάξει στο QE – εν μέρει αντισταθμίζοντας τις γερμανικές πιέσεις στο πρόγραμμά του.

Η ένταξη στο QE και η δοκιμαστική τώρα και πλήρης από τα τέλη του 2018 έξοδος στις αγορές είναι αναγκαίες και συμβάλλουν στην προσπάθεια για ανάπτυξη. Αλλά ούτε αυτές θα φέρουν αυτόματα την ανάπτυξη – όπως πολλοί στην κυβέρνηση νομίζουν. Ειδικά τα αμέσως επόμενα χρόνια, που είναι κρίσιμα για την επανεκκίνηση της οικονομίας, η σημασία τους είναι κυρίως συμβολική. Γιατί όσον αφορά τις αποπληρωμές χρεολυσίων για δάνεια που ήδη έχουμε πάρει, με τη ρύθμιση του χρέους θα σταλούν σε βάθος χρόνων. Κι όσον αφορά τους τόκους, τα επιτόκια που θα ζητήσουν οι αγορές θα είναι αισθητά ανώτερα από το μέσο κόστος των μέχρι σήμερα δανείων. Δεν θα πληρώνουμε αυτούς τους τόκους με τα νέα δάνεια αλλά με τα πρωτογενή πλεονάσματα – που, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, έχει προβλεφθεί και συμφωνήθηκε να είναι τόσο υψηλά.

Με άλλα λόγια, και επειδή στην κυβέρνηση ψάχνουν διαρκώς τους λάθους λόγους για να πανηγυρίσουν, διατυπώνω τον ισχυρισμό ότι είναι ασύγκριτα πιο σημαντικό να προσελκύσουμε, παράδειγμα, 5 δισ. ευρώ επενδύσεις από ξένα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια, παρά να καταφέρουμε να δανειστούμε 5 δισ. ευρώ από τις διεθνείς αγορές. Είναι, επίσης, ασύγκριτα πιο δύσκολο. Γιατί, η επιστροφή στην ανάπτυξη δεν θα πέσει ως μάννα εξ ουρανού, δεν είναι ένα μονόπρακτο έργο, δεν είναι ένα στιγμιαίο επίτευγμα, αποτέλεσμα μιας αποσπασματικής προσπάθειας ή μιας καλής συγκυρίας.

Τι απαιτεί; Αντιγράφω την απάντηση που έδωσε ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ, κ. Δ. Λιάκος, στην «Αυγή», την περασμένη Κυριακή. «Απαιτεί βαθιές τομές στη διοίκηση και στις δομές του κράτους, στο δικαστικό σύστημα και στην απονομή δικαιοσύνης, στα συστήματα προμηθειών του Δημοσίου, στη δημιουργία ενός φιλικού προς την επιχειρηματικότητα περιβάλλοντος, στην αντιμετώπιση της διαφθοράς, στην εδραίωση του αισθήματος δικαίου, ισονομίας, αξιοκρατίας και δίκαιου ανταγωνισμού». Την προσυπογράφω. Και εύχομαι, όταν η κυβέρνηση ξεκουραστεί από τους πανηγυρισμούς και επιστρέψει με το καλό από τις επικείμενες θερινές διακοπές της, να κάνει κάτι γι’ αυτά. Ή, έστω, να μη συνεχίσει να κάνει τα ακριβώς αντίθετα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ