ΕΛΛΑΔΑ

Ο Αριστείδης Αλαφούζος αφηγείται...

«Ημουν φιλόδοξος και ίσως αυτό μου το ενέπνεε η μάνα μου. Δεν ήθελα να πάω σε σχολή κοινή. Ηθελα να πάω στη Σχολή Δοκίμων και μετά να πάω καπετάνιος στην εμπορική ναυτιλία. Εκανα φροντιστήριο στου Πάλλα, στην Αθήνα. Εγινε όμως ο Πόλεμος, έπαψε η Σχολή και έτσι στράφηκα στο Πολυτεχνείο».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το κείμενο που ακολουθεί είναι η σύνθεση μακράς αφήγησης του Αριστείδη Αλαφούζου για τη ζωή του. Αναφέρεται στην παιδική και νεανική ηλικία του μέχρι και τον Πόλεμο του ’40-’41. Διατυπώθηκε στη βάση ερωταποκρίσεων συνέντευξης που είχε προ ετών με τον Μιχάλη Ν. Κατσίγερα.

«Ο παππούς μου Αριστείδης Αλαφούζος ήταν εφοπλιστής. Είχε κάποτε πέντε ιστιοφόρα μαζί. Ηταν εγκατεστημένος στη Μασσαλία και ερχόταν στη Σαντορίνη κάθε τόσο. Το trade των σαντορινιών καραβιών εκείνης της εποχής ήταν πολύ καλό. Επαιρναν ξυλεία από τη Σλοβενία, από το Τριέστι και την έφερναν στη Σαντορίνη για την κατασκευή βαρελιών του κρασιού. Από τη Σαντορίνη μετέφεραν κρασί στη Ρωσία και από τη Ρωσία επέστρεφαν με στάρι στη Σλοβενία. Και πάλι ξυλεία...

Εχω πάει κι εγώ στο Τριέστι, μας πήρε ο πατέρας μας και μας πήγε, όλη την οικογένεια.

Ο παππούς μου έπαθε νέος καταρράχτη και ήρθε και έμεινε στο νησί. Και εκεί είχε βάλει καπετάνιο – ο ίδιος δεν ταξίδευε. Ο παππούς μου είχε εφτά παιδιά, τρία αγόρια και τέσσερα κορίτσια. Ενα γιο Γεώργιο Αλαφούζο ο οποίος ήταν πολιτικός μηχανικός, τον πατέρα μου τον Γιάννη και άλλον έναν το Δημήτριο ο οποίος πέθανε στη Ρωσία. Οι κόρες του ήταν η Ειρήνη, η Κατίνα, η Φλώρα και η Κούλα.

Ο πατέρας μου, Γιάννης Αλαφούζος, έκανε δύο παιδιά· εμένα και την αδελφή μου την Ειρήνη που ήταν μεγαλύτερη από μένα 5-6 χρόνια. Η μητέρα μου λεγόταν Κυριακή Παραβάλου, Σαντορινιά από την Οία, αλλά γεννημένη στην Οδησσό. Ο πατέρας της ήταν εγκατεστημένος στη Ρωσία, ησχολείτο με τη ναυτιλία και τροφοδοτούσε τα πλοία του ρωσικού στόλου.

Στον Πειραιά

Ο παππούς μου πέθανε το 1923. Εγώ γεννήθηκα το 1924, αλλά φύγαμε από τη Σαντορίνη το 1925, λόγω εκρήξεως του ηφαιστείου και πήγαμε στον Πειραιά. Αγόρασε ένα σπίτι η μητέρα μου, επούλησε κάτι αμπέλια, γιατί είχε κτηματική περιουσία, και αγόρασε ένα σπίτι στον Αγιο Νείλο. Είχε 5-6 δωμάτια στη σειρά και μια αυλή. Μέχρι να πάω σχολείο δεν έπαιζα με παιδιά. Ηταν ζόρικια η μάνα μου. Δεν άφηνε ούτε εμένα ούτε την αδελφή μου να βγαίνουμε έξω. Οταν πήγα στο σχολείο, στο Δημοτικό, έκανα φίλους. Τα παιδιά ήταν Σαντορινιοί από την Οία, ήταν Μυκονιάτες και ήταν και Συμιακοί από τα Δωδεκάνησα. Με τα παιδιά παίζαμε βόλους, είχαμε “Βασιλιά – Βεζύρη” και ποδόσφαιρο. Ημουν Ολυμπιακός. Η μητέρα μου είχε ανύπαντρα αδέλφια. Ο πατέρας μου ταξίδευε και η μητέρα μου είχε έναν ανύπαντρο αδελφό ο οποίος με είχε σαν παιδί του. Δικηγόρος στον Πειραιά και κάθε Κυριακή με έπαιρνε στο γήπεδο. Αθανάσιος Παράβαλος λεγόταν. Στο Ποδηλατοδρόμιο, εδώ που είναι το Καραϊσκάκη ήταν το Ποδηλατοδρόμιο και θυμάμαι καθόμαστε σε ξύλινους πάγκους, σε ένα επίπεδο, στο ίδιο επίπεδο με τους ποδοσφαιριστές. Μ’ άρεσε πολύ το ποδόσφαιρο. Θυμάμαι τους Ανδριανόπουλους, τον Γιώργο, τον Λεωνίδα...

Περάσαμε πάρα πολύ δύσκολα χρόνια. Ημαστε φτωχοί, ο πατέρας μου ήταν καπετάνιος, τότε ήταν λίγα τα καράβια, μικρά... Το πρώτο καράβι, ήταν υποπλοίαρχος σε ένα επιβατικό “Κυκλάδες”, αν δεν κάνω λάθος του Τόγια, που ερχόταν και από τη Σαντορίνη.

Ο πατέρας μου με είχε πάρει μαζί του στο βαπόρι, αλλά πηγαίναμε και οικογενειακώς. Μαζί του όταν με έπαιρνε κάναμε μικρά ταξίδια. Θυμάμαι μια φορά με πήρε στο Στρατώνι στη Χαλκιδική να φορτώσει σιδηροπυρίτη με ένα εμπορικό. Αλλά είχαμε πάει, μία φορά, η μητέρα μου, η αδελφή μου κι εγώ όλοι μαζί με το βαπόρι. Πρώτο λιμάνι ήτανε το Σπλιτ στην Αδριατική και μετά πήγαμε στο Τριέστι. Αυτό είναι γύρω στο 1930-32.

Τα καλοκαίρια στη Σαντορίνη

Τα καλοκαίρια στη Σαντορίνη περνάγανε απίστευτα ωραία. Πήγαινα με τις θειες μου. Απίστευτα ωραία, γιατί είχαν αμπέλια η οικογένεια της μητέρας μου και ζώα. Μουλάρια, γαϊδούρια. Ανέβαινα επάνω συνέχεια. Εβγαζα και τα παπούτσια μου και περπατούσα ξυπόλητος, με τις θειες μου, και γινόταν από κάτω η πατούσα μου σόλα. Απίστευτα ωραία. Θυμάμαι αμυδρά, ήμουν πολύ μικρός, ένα καλοκαίρι, η οικογένεια της μάνας μου είχε κάποιο σπίτι στην Αρμένη, στο οποίο πηγαίναμε και παραθερίζαμε. Οχι με τη μητέρα μου, με κάτι θειες. Σε μας τα παιδιά μας άρεσαν τα ζώα. Να παίρνουμε ένα γαϊδούρι, ένα μουλάρι, να καθόμαστε επάνω, να πηγαίνουμε στ’ αμπέλια. Ηταν οι καλύτερες στιγμές της ζωής μου.

Ο τρύγος, κύριε Κατσίγερα, ήταν γιορτή. Ηταν γιορτή, διότι η οικογένεια η δική μου είχε την κάναβα, η κάναβα δίπλα είχε χώρο μεγάλο, είχαμε δίπλα ένα σπίτι μεγάλο και κάθε βράδυ, απόγευμα που τελείωναν, ερχόντουσαν οι επικεφαλής, οι εργάτες και τρώγανε. Θυμάμαι που μαγειρεύανε χοιρινό, ωραίο νόστιμο, ήταν νόστιμα, με πατάτες και έτρωγα κι εγώ.

Ημαστε φτωχοί, τότε η τροφή ήταν ακριβή και τρώγαμε μια φορά την εβδομάδα, την Κυριακή, κρέας, αρνί ψητό, και την Πέμπτη θυμάμαι μας έκανε η μάνα μου πάλι κρέας αλλά κιμά... Δυο φορές την εβδομάδα τρώγαμε κρέας. Ημαστε φτωχοί. Επαιρνε 3.000 ο πατέρας μου τον μήνα. Ο εργάτης του λιμένος –είχαμε στο σπίτι μας ένα υπόγειο στον Πειραιά και το είχε νοικιάσει η οικογένεια ενός εργάτη που δούλευε στον Οργανισμό– έπαιρνε 100 δρχ. την ημέρα, τα ίδια με τον πατέρα μου. Ηταν η περίοδος του ’30...

Το Κίνημα του ’35

Θυμάμαι το Κίνημα του ’35 που έφυγε ο Βενιζέλος. Ημουν παιδί. Εγώ κοιμόμουν. Το σπίτι μας ήταν κοντά στην ακτή. Στην ακτή είχαν κατέβει κανόνια, κατεβάσαν το πυροβολικό και πυροβολούσε τον Στόλο που έφυγε. Ο Στόλος έφυγε από τον Ναύσταθμο. Αυτοί [οι κυβερνητικοί] κατέβασαν κανόνια στην Πειραϊκή, στην παραλία και τα ακούγαμε θυμάμαι αμυδρά. Το πρωί όμως που ξύπνησα κατέβηκα στην Πειραϊκή και είδα τα κανόνια στη σειρά και τους φαντάρους, επειδή είχαν ξενυχτήσει, να κοιμούνται.

Περιπέτεια υγείας

Είχα μια περιπέτεια στα παιδικά μου χρόνια. Ημαστε και με τη μητέρα μου στη Σαντορίνη. Η μητέρα μου δεν εμπιστευόταν τους γιατρούς στην Αθήνα. Είχα πάθει μικρός ιλαρά, την οποία πληρώνω ώς τώρα. Αυτή η ιλαρά μου άφησε ωτόρροια και είχαμε ένα γιατρό, Νικόλαο Αλαφούζο. Ηταν εδώ στην Αθήνα, αλλά ερχόταν και αυτός στη Σαντορίνη τα καλοκαίρια. Και θυμάμαι που με πήρε ο Νικόλαος και με στρίμωξε, με κρατούσε η μάνα μου, και με μαγειρικά σκεύη –υποθέτω– μου ’κοψε τις αμυγδαλές. Το μεγάλο μαρτύριο της ζωής μου ήταν ο τρόπος που έγινε. Εκλαιγα εγώ τότε και τελικά μου ξαναβγήκαν οι αμυγδαλές και είχα και έως τώρα έχω πρόβλημα, και από εκεί έχω κουφαθεί.

Στο Β΄ Γυμνάσιο Πειραιώς

Ημουν καλός μαθητής. Συμμαθητής μου ήταν και ο Τέτσης. Μου άρεσαν πιο πολύ νομίζω τα Μαθηματικά. Η εφημερίδα “Ασύρματος” είχε δημοσιεύσει τους καλύτερους μαθητές των Γυμνασίων μας και θυμάμαι στη Γ΄ Γυμνασίου ήμουν εγώ. Πήγαινα στο Β΄ Γυμνάσιο Πειραιώς, στου Βρυώνη, στην οδό Αφεντούλη και Σωκράτους. Από τους καθηγητές ξεχώριζε ο Μαραβέλιας, στα Ελληνικά. Οι μαθηματικοί δεν ήταν τίποτα. Εγώ ήμουν καλύτερος από αυτούς.

Μας άρεσαν τα κορίτσια. Βέβαια είχαμε και έρωτες. Ημουν και ερωτευμένος. Τα κορίτσια πηγαίνανε στο Β΄ Θηλέων πιο κάτω, και περνάγανε την οδό Αλκιβιάδου. Ε, πιάναμε κουβέντα...

Στη Νεολαία

Με τη Νεολαία της 4ης Αυγούστου στην αρχή δεν τα πήγαινα καλά. Και την κοπάναγα. Είχαμε μια φορά την εβδομάδα Νεολαία, κάθε Τετάρτη. Ηταν πολύ βαρετό και ανιαρό. Δεν κάναμε τίποτα. Κάποια στιγμή κηρύσσεται ο Πόλεμος και έχω μεγαλώσει κι εγώ και αρχίζω και βλέπω τον Μεταξά σαν σωτήρα. Ολοι μας τον βλέπαμε έτσι. Αφού κηρύχθηκε ο Πόλεμος κάναμε έρανο για φανέλες και τέτοια. Στον Πειραιά ήμουν ένας απλός φαλαγγίτης και δεν ξέρω αν είχα και στολή, δεν θυμάμαι να είχα στολή.

Οταν ανεβήκαμε στην Αθήνα ήταν πόλεμος και έπρεπε να πάω να παρουσιαστώ και παρουσιάστηκα αλλά ήταν... μπάχαλο. Εγώ ήμουν... τίποτα, ανθυποφαντάρος. Οταν πήγα εκεί στην Αθήνα, στο Β΄ Γυμνάσιο, μου λένε βαθμός; Λέω ομαδάρχης. Με γράψαν λοιπόν ομαδάρχη πήρα τα γαλόνια...

Ημουν φιλόδοξος, και ίσως αυτό μου το ενέπνεε η μάνα μου. Δεν ήθελα να πάω σε σχολή κοινή. Ηθελα να πάω στη Σχολή Δοκίμων και μετά να πάω καπετάνιος στην εμπορική ναυτιλία. Εκανα φροντιστήριο στου Πάλλα, στην Αθήνα. Εγινε όμως ο Πόλεμος, έπαψε η Σχολή και έτσι στράφηκα στο Πολυτεχνείο.

Εγκατάσταση στην Αθήνα

Στην Αθήνα ήρθαμε το φθινόπωρο του ’40. Αγόρασε σπίτι η μητέρα μου. Η μάνα μου είχε περιουσία, πούλαγε και αγόραζε. Πούλησε αμπέλια. Ηταν μια μονοκατοικία πιο μοντέρνα ας πούμε, δεν είχε πια αυλή και στη σειρά δωμάτια. Οδός Αιγέως, αριθμός 42, στον Αγιο Παντελεήμονα, κάτω από την Αχαρνών. Γράφτηκα στο Β΄ Γυμνάσιο Αθηνών, Χέυδεν και Αχαρνών. Στη Δ΄ τάξη. Φαίνεται ότι τράβαγα και ωραία, ήμουν καλός. Αλλά κλείσανε τα σχολεία. Αφού μπήκαν οι Γερμανοί και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα. Και μετά έκλεισε το Β΄ Γυμνάσιο, το καταλάβανε οι Γερμανοί και μεταγράφηκα. Στην αρχή μας είπαν να πάμε στο Δ΄ Αρρένων, που ήταν στην πλατεία Κουμουνδούρου. Δεν μου άρεσε καθόλου. Και πήγα και τελείωσα το Γυμνάσιο στο Η΄ Αρρένων. Αλλά δεν ήμουν καλός μαθητής γιατί διάβαζα πια για το Πολυτεχνείο και είχα συγκεντρωθεί στα μαθήματα του Πολυτεχνείου.

Καλοκαίρι του ’40

Ο αδελφός του πατέρα μου είχε ένα ωραίο σπίτι στο Μπογιάτι. Ο Γεώργιος Αλαφούζος, πολιτικός μηχανικός διευθυντής του υπουργείου Γεωργίας. Η μισθολογική διαφορά των οικογενειών ήταν τεραστία. Αγοράσαμε και εμείς ένα σπίτι στο Μπογιάτι· πάλι πούλησε η μάνα μου. Το καλοκαίρι του ’40 παραθερίζαμε στο Μπογιάτι. Εκεί η πληροφόρηση ήταν περιορισμένη. Μάθαμε για το “Ελλη”. Δεν είπανε ότι το βούλιαξαν οι Ιταλοί. Ημασταν και παιδιά δεν μας ενδιέφερε. Είχαμε τις παρέες μας...

Το όνειρο της 28ης Οκτωβρίου

Ηταν 26 Οκτωβρίου του ’40. Η μάνα μου πήγε στους Δημήτρηδες του Πειραιώς, επισκέψεις. 27 Οκτωβρίου ανέβηκε στην Αθήνα. Εγώ ήμουν στο σπίτι και διάβαζα Γεωμετρία όλη την Κυριακή και το βράδυ αργά γύρισε η μητέρα μου και θυμάμαι ότι είχε ακούσει στο τρένο και στα σπίτια που πήγε, ότι είναι λέει άσχημη η κατάστασις. Αυτό το είχα ακούσει. Δεν έδωσα σημασία. Επεσα, κοιμήθηκα και το βράδυ κατά τη 1 η ώρα, 12.30- 1, ήταν λίγο πριν από την ώρα που έπαιρνε το τελεσίγραφο ο Μεταξάς. Βλέπω ένα όνειρο. Βλέπω τον Ηλιο να γίνεται σαν δορυφόρος ας πούμε, να γυρίζει γύρω γύρω, να σκάει και να γίνεται σκοτάδι. Είχα τρομάξει πάρα πολύ. Οταν ξύπνησα ήμουν έντρομος και λέω “μαμά, πόλεμος”. Δεν είχα κανένα στοιχείο να ερμηνεύσω το όνειρο. Ηρθε πόλεμος. Σαν να μου το πέρασε κάποιος. “Μαμά Πόλεμος”, “κοιμήσου παιδάκι μου” μου λέει.

Το πρωί βάρεσαν οι σειρήνες και με έπιασε μια κρίση. Κρίση, έτρεμα. Ενα σημαντικό σημείο από τη ζωή μου. Εσείς δεν το βρίσκετε σημαντικό, εγώ όμως που το έζησα και το θυμάμαι...

Εχω σε ορισμένες στιγμές της ζωής μου, έχω μία... τηλεπάθεια, κάτι, κάπου πιάνομαι. Είχα τέτοιες ιδιότητες. Α, δεν έχω πια. Πρέπει να σας τα πω γιατί είναι βασικά. Δηλαδή στην ιδιωτική μου ζωή έχουν παίξει ρόλο αυτά... Είναι σημαντικότατο σημείο της ζωής μου. Δηλαδή είναι από αυτά που θα θυμάμαι για πάντα και τα θυμάμαι ζωντανά.

Στις διαδηλώσεις της Νίκης

Με τις νίκες στην Αλβανία ενθουσιαζόμουν. Πήγαινα στις διαδηλώσεις. Θυμάμαι εκείνο που μου έχει μείνει. Κατέβαινε ο κόσμος και εκεί στην Casa di Italia που ήταν απέναντι από το Πολυτεχνείο, της αλλάξαν τα φώτα. Ανεβαίνοντας την οδό Σταδίου, ήταν ο Kauffmann, το βιβλιοπωλείο. Ο Kauffmann είχε γράψει ένα χαρτί “Δεν είμαι Γερμανός, είμαι...” δεν θυμάμαι... “Δεν είμαι Γερμανός” για να μην τον πειράξουν. Οι Ιταλοί τα μάζεψαν και φύγαν... Στις διαδηλώσεις ήμουν πρώτος. Κάθε μέρα.

Εκείνο όμως που ήταν τρομερό ήταν όταν πέθανε ο Μεταξάς... Στην κηδεία του ήμουν παράταξη στην οδό Αμαλίας. Περνούσε η πομπή. Ολος ο κόσμος έκλαιγε...

Ο πατέρας

Ο πατέρας μου δούλευε στη διάρκεια του Πολέμου και κάποια στιγμή βούλιαξαν το βαπόρι του έξω από την Τζια οι Γερμανοί. Δεν πνίγηκαν. Σταμάταγαν το βαπόρι με το υποβρύχιο, τους έβαζαν και επιβιβάζονταν στα ναυαγοσωστικά και τους άφηναν. Δεν τους πνίγανε.

Ο πατέρας μου πέθανε 14 Δεκεμβρίου 1941. Θυμάμαι ότι πήγαινα κάθε μέρα για πολύ καιρό στον τάφο του. Μόνο εγώ. Ξεκινούσα, έπαιρνα το τραμ από ή πήγαινα με τα πόδια στην Ομόνοια –δεν θυμάμαι ακριβώς– γιατί δεν είχε πάντοτε και έπαιρνα το τρένο. Τότε πέθαινε πολύς κόσμος και δεν μπορούσαμε να τον θάψουμε στην Αθήνα και κανόνισε ο θείος μου και τον θάψαμε στο νεκροταφείο του Πειραιώς. Και κατέβαινα κάθε μέρα, μα για πολύ καιρό και έπαιρνα έναν παπά και του ψάλαμε ένα τρισάγιο. Και μετά πέθανε η μάνα μου. Πήγαινα λιγότερο, αλλά πήγαινα και στη μάνα μου. Και δεν βλέπω τώρα άλλους να πηγαίνουν στους γονείς, εγώ πήγαινα πάρα πολύ στους γονείς μου, όσο μπορούσα...».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ