ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Νέο μνημόνιο αντί ρύθμισης του χρέους θέλει ο Β. Σόιμπλε

ΕΙΡΗΝΗ ΧΡΥΣΟΛΩΡΑ, ΒΑΣΙΛΗΣ ΖΗΡΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μια πρόταση απολύτως αόριστη ως προς την ελάφρυνση του χρέους, που παρέπεμπε σε ενδεχόμενη συμμετοχή του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα μετά το 2018, ανοίγοντας έτσι θέμα 4ου μνημονίου, ενώ δεν εξασφάλιζε ούτε και την ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ήταν το απώτατο σημείο υποχώρησης για τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε κατά το προχθεσινό δραματικό Eurogroup. H πρόταση απορρίφθηκε από τον υπουργό Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτο, ύστερα από επικοινωνία του με τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, αλλά και από άλλες χώρες και έτσι το Eurogroup δεν κατέληξε σε συμφωνία.

Κατόπιν αυτού, αβεβαιότητα υπάρχει και ως προς την έκβαση του Eurogroup της 15ης Ιουνίου και είναι ανοιχτό το ενδεχόμενο η Ελλάδα να εξασφαλίσει μόνο τη δόση, χωρίς λύση για το χρέος και χωρίς QE. Κάτι που θα έχει καταστροφικές επιπτώσεις στην ανάκαμψη της οικονομίας.

Ενόψει του αγεφύρωτου χάσματος με το ΔΝΤ, η πρόταση Σόιμπλε προέβλεπε να παραμείνει το Ταμείο στο ελληνικό πρόγραμμα με τον σημερινό του ρόλο και να συνεχιστούν επ’ αόριστον οι διαβουλεύσεις για το χρέος, με προοπτική, το 2018, να συγκεκριμενοποιηθούν τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος και να αποφασίσει το ΔΝΤ ενδεχομένως τη συμμετοχή του. Φυσικά, αυτό θα γινόταν με ένα νέο μνημόνιο. Εν τω μεταξύ προέβλεπε να δοθεί στην Αθήνα η δόση, για να μπορεί να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις του Ιουλίου (που φτάνουν τα 7,4 δισ. ευρώ). Στην ουσία, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών επιδίωκε να ξεπεραστεί ο σκόπελος των γερμανικών εκλογών. Σύμφωνα με την γερμανική εφημερίδα Handelsblatt, το ΔΝΤ και το Βερολίνο έχουν συμφωνήσει επ’ αυτού.

Παράλληλα, ο κ. Σόιμπλε προωθεί την ιδέα να ζητηθούν περισσότερες μεταρρυθμίσεις για να τονωθεί ο ρυθμός ανάπτυξης στην Ελλάδα, έτσι ώστε να απαιτούνται λιγότερες παρεμβάσεις ελάφρυνσης του χρέους. Αυτό πρακτικά σημαίνει νέες δεσμεύσεις από την Αθήνα.

Εκτός από την Ελλάδα, τη γερμανική φόρμουλα μη λύσης για το χρέος απέρριψαν, σύμφωνα με πληροφορίες, τόσο η Γαλλία όσο και η Ιταλία, ενώ καθώς η συζήτηση προχωρούσε υπέρ της αναβολής λήψης απόφασης ώς το Eurogroup της 15ης Ιουνίου τάχθηκαν σύμφωνα με πληροφορίες και οι Ισπανοί. Ακόμη και ο κ. Ντάισελμπλουμ διαχώρισε τη θέση του από τη Γερμανία και τους συμμάχους της, που ήταν η Φινλανδία, η Αυστρία και η Σλοβακία. «Ηταν μια πρόταση με πολλά κενά, όχι προετοιμασμένη», σημείωνε πηγή της ελληνικής αντιπροσωπείας, προσθέτοντας ότι άφηνε σε εκκρεμότητα το πόσο θα επιμηκυνθούν οι λήξεις των ομολόγων και η περίοδος χάριτος και έτσι δεν εξασφάλιζε ούτε τη συμμετοχή του Ταμείου ούτε την κάλυψη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ώστε να εντάξει τα ελληνικά ομόλογα στο QE.

«Η λύση δεν ήταν λύση» σχολίαζε, εξάλλου, χθες πηγή των θεσμών. «Το ΔΝΤ θα περίμενε για να μπει –άγνωστο πότε– ενώ η ΕΚΤ δεν θα καλυπτόταν για το QE».

Τα μόνα σημεία στα οποία υπήρξε συμφωνία στο προχθεσινό Eurogroup ήταν η διατήρηση του στόχου για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ ώς το 2022, καθώς και των στόχων για δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους ώς 15% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα και ώς 20% του ΑΕΠ μακροπρόθεσμα.

Για μετά το 2022, το πρωτογενές πλεόνασμα θα διαμορφώνεται με βάση τους κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης που ισχύουν για όλες τις χώρες και προβλέπουν, μεταξύ άλλων, ότι σε περίπτωση που το χρέος υπερβαίνει το 60% του ΑΕΠ, πρέπει να μειώνεται με ικανοποιητικό ρυθμό. Αυτό, σύμφωνα με υπολογισμούς που έγιναν στην προετοιμασία του Eurogroup, οδηγεί στην ανάγκη να διατηρεί η Ελλάδα πρωτογενές πλεόνασμα 2-2,2% του ΑΕΠ της κατά μέσον όρο ώς το 2060. Το ακριβές ποσοστό διαφοροποιείται, πάντως, ανάλογα με τις παραδοχές για τον ρυθμό ανάπτυξης την ίδια περίοδο.

Σημειώνεται ότι μία από τις μεγάλες διαφορές στους υπολογισμούς των Ευρωπαίων και του ΔΝΤ για τη βιωσιμότητα είναι ο εκτιμώμενος ρυθμός ανάπτυξης τα επόμενα... 43 χρόνια, έως το 2060. Υιοθετώντας αισιόδοξες εκτιμήσεις για το ΑΕΠ και για άλλες παραμέτρους που επηρεάζουν τη βιωσιμότητα, οι Ευρωπαίοι και ο ESM βλέπουν το χρέος να υποχωρεί στο 60% του ΑΕΠ, ενώ το πιο απαισιόδοξο ΔΝΤ εκτιμά ότι θα ανέλθει στο 226%. Η διαφορά είναι χαώδης, γεγονός που εκτός των άλλων δοκιμάζει την αξιοπιστία και τη σοβαρότητα των εκτιμήσεων των θεσμών, αφού προφανώς προσαρμόζονται στις επιδιώξεις και στους περιορισμούς που η συγκυρία υπαγορεύει σε κάθε πλευρά.

Ετσι, καθώς ΔΝΤ και Βερολίνο δεν μπορούν να τα βρουν, ο κ. Σόιμπλε επιχειρεί να κατευθύνει την πίεση προς την πλευρά της Αθήνας. Δηλαδή, παγώνει τη συζήτηση για το χρέος, κλείνει την προοπτική ένταξης στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ και διαμορφώνει προοπτικές παράτασης των μνημονίων με τη μορφή ενός νέου πακέτου φιλοαναπτυξιακών μεταρρυθμίσεων αλλά και με τις δεσμεύσεις που θα αναλάβει η Αθήνα έναντι του ΔΝΤ αν αυτό συμμετάσχει με νέα δάνεια, μετά την οριστικοποίηση των μέτρων για το χρέος, το καλοκαίρι του 2018.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ