ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Εξαρτημένοι από θεωρίες εξάρτησης

ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΣΤΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εχουν συμβάλει οι ξένες δυνάμεις στον εκσυγχρονισμό της χώρας ή την οδηγούν στην υποτέλεια; Ο τρόπος που τίθεται το ερώτημα προεξοφλεί σε μεγάλο βαθμό την απάντηση, υποδηλώνοντας μία επιμονή στην ανάγνωση της ιστορίας της χώρας μας με ηθικούς και εξαιρετικά απλοϊκούς όρους. Το πραγματικό ζητούμενο είναι να κατανοηθεί ο τρόπος με τον οποίο εντάσσεται η Ελλάδα στο εκάστοτε σύστημα διεθνών σχέσεων και οι λόγοι για τους οποίους οι δανειστές της παρεμβαίνουν στα εσωτερικά της ζητήματα.

Στον βαθμό, επομένως, που αναζητούμε καλούς ή κακούς ξένους, που είτε εκμεταλλεύονται τους (αναγκαστικά πάντοτε καλούς) Ελληνες ή στο πλαίσιο ενός απροσδιόριστου φιλελληνισμού προωθούν τον εκσυγχρονισμό της χώρας, ικανοποιούμε τα εθνικά μας συμπλέγματα και εξυπηρετούμε τις πολιτικές μας σκοπιμότητες. Δεν κερδίζουμε όμως τίποτε ούτε σε γνώση ούτε σε πολιτική αποτελεσματικότητα. Αδυνατούμε δε να παρακολουθήσουμε τη δυναμική της αλλαγής που μας παρασύρει.

Τα σχήματα αυτά βεβαίως δεν είναι αποκλειστικά ελληνικά. Μπορούμε να τα συναντήσουμε σε όλα τα κράτη που βρίσκονται σε θέση αντίστοιχη με αυτήν της Ελλάδας. Κάτι τέτοιο θα έπρεπε να μας βάζει σε σκέψεις όταν υιοθετούμε για τους δανειστές τις αφελείς λογικές της εξάρτησης και της υποτέλειας ή του παράγοντα εκσυγχρονισμού μιας χώρας.

Ολα τα κράτη εντάσσονται σε ένα ιεραρχημένο διεθνές σύστημα, στο πλαίσιο του οποίου επιδιώκουν να βελτιώσουν τη θέση τους. Στη λογική αυτή μπορεί να παρεμβαίνουν στις οικονομίες άλλων χωρών, όπως συμβαίνει στην ελληνική περίπτωση – όχι ανιδιοτελώς, αλλά προκειμένου να εξασφαλίσουν τα δικά τους συμφέροντα. Οι παρεμβάσεις αυτές έχουν ως στόχο να επιβάλουν στις χώρες που βρίσκονται στην ανάγκη να αποδεχθούν τις παρεμβάσεις αυτές, τη συμμόρφωση στους κανόνες του διεθνούς παιγνιδιού. Σε πολλές περιπτώσεις οι παρεμβάσεις των δανειστών μπορεί να έχουν «εκσυγχρονιστικό» χαρακτήρα, καθώς επιτρέπουν στις χώρες να προσαρμόσουν το θεσμικό τους πλαίσιο στα νέα διεθνή δεδομένα, κάτι το οποίο από μόνες τους ενδεχομένως να μην μπορούσαν να πετύχουν.

Αυτό το οποίο πάντως λησμονούμε είναι ότι ο εκσυγχρονισμός –όρος που έχει κακοπάθει και μάλλον δεν είναι ιδιαίτερα ευρετικός στη χρήση του– δεν έχει αποκλειστικά θετικό πολιτικό πρόσημο. Πολύ συχνά έχει και αρνητικό πρόσημο, όπως στην περίπτωση αυταρχικών καθεστώτων που προχωρούν σε θεσμικές μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο της προσαρμογής τους στο μεταβαλλόμενο διεθνές πλαίσιο, οι οποίες εξυπηρετούν αποκλειστικά τη διαιώνιση των καθεστώτων αυτών.

Ολα αυτά δεν είναι πρωτότυπα. Ωστόσο λησμονούνται τόσο στις εγχώριες δημόσιες συζητήσεις, όσο και, πολύ συχνά, στην επιστημονική παραγωγή. Εκείνο δε που φαντάζει ιδιαιτέρως παράδοξο είναι ότι ακόμη και νέοι επιστήμονες επιμένουν και εξακολουθούν να υιοθετούν εργαλεία από τις (πεντηκονταετείς και πλέον) θεωρίες της εξάρτησης. Ισως γιατί έτσι αισθάνονται ότι μπορούν να δικαιολογήσουν τις κομματικές-πολιτικές επιλογές τους και είναι σε θέση να εμφανιστούν όχι ως κάποιοι κοινωνικοί επιστήμονες μεταξύ άλλων, αλλά ως τιμητές όσων θεωρούν αντιπάλους τους.

Επίσης, λησμονούμε πολύ συχνά ότι επιλογές που πραγματοποιούνται σε διεθνή κλίμακα και οι οποίες λίγο ή πολύ επιβάλλονται σε μέλη του συστήματος, δεν είναι πανάκεια για την ομαλή λειτουργία του. Παρατηρούνται πολύ συχνά και αποτυχίες. Ισως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η απέλπιδα προσπάθεια της Αγγλίας να επιστρέψει στον χρυσό κανόνα κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, χωρίς να υφίστανται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Το σύστημα δεν μπόρεσε να επιβιώσει επί μακρόν, παρασέρνοντας και τις χώρες που είχαν συνδεθεί με τη λίρα, μεταξύ αυτών και την Ελλάδα.

Τα κοντά διακόσια χρόνια της ιστορίας του ελληνικού κράτους πείθουν πως οι απλοϊκές αναγνώσεις δεν μας βοηθούν να καταλάβουμε πότε η Ελλάδα μπόρεσε να επωφεληθεί από το διεθνές περιβάλλον της. Αντιθέτως, αν προσπαθούσαμε να κατανοήσουμε το τι διακυβεύεται στο παγκόσμιο σύστημα τις τελευταίες δεκαετίες, θα καταλαβαίναμε γιατί βρισκόμαστε σε μία οικτρή θέση σήμερα, και γιατί η λογική των καλών και κακών ξένων δεν αποτελεί παρά μια προσπάθεια να συγκαλυφθούν οι τραγικές πολιτικές ευθύνες που υπάρχουν.

* Ο κ. Κώστας Κωστής είναι καθηγητής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ